Ο μύθος του «νεοφιλελεύθερου εαυτού»

Παρά τις επείγουσες εκκλήσεις για κοινωνική αλληλεγγύη κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 για «επανανακάλυψη της κοινωνίας» από τον Μπόρις Τζόνσον, η ιδέα του ατόμου εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά της ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης. Για την κυρίαρχη τάξη, είναι ζωτικής σημασίας η ιδέα ότι ο καπιταλισμός είναι κάτι το φυσικό και αυτονόητο και όχι ένα σύστημα οργανωμένο με βάση τα συμφέροντα μιας πολύ μικρής ομάδας ανθρώπων. Καθοριστικές γι’ αυτή τη φυσικοποίηση του καπιταλισμού είναι κάποιες υποθέσεις γύρω από την ανθρώπινη φύση και παρακίνηση. Η ιδέα του ατομικοποιημένου ιδιοτελούς ανθρώπου ενισχύει την εμπορευματοποίηση της εξατομικευμένης εργατικής δύναμης -που είναι το θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής.

Τζέιν Χάρντι

Στο βιβλίο του Η Θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση, ο φιλόσοφος Ίστβαν Μεσάρος εξηγεί το διπλό πλεονέκτημα αυτής της «λατρείας της ιδιωτικότητας» και της «εξιδανίκευσης της αφηρημένης ατομικότητας» για την κυρίαρχη τάξη. Εξηγεί πώς τους προστατεύει από την αμφισβήτηση του «πόπολου», ενώ ταυτόχρονα παρέχει την ψευδαίσθηση της φυγής στα άτομα που, «σαστισμένα από τους μηχανισμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας», αισθάνονται ανίσχυρα και απομονωμένα. Η ιδέα του ατόμου ως βασικής μονάδας της κοινωνίας, σ’ αυτό που διατυμπανίζεται ως αξιοκρατία, εξυπηρετεί την άρχουσα τάξη στο να εμφανίζεται πως δικαιούται τον πλούτο, την εξουσία και τα προνόμιά της, ενώ ταυτόχρονα της δίνει την άνεση να κατηγορεί την εργατική τάξη για την «αποτυχία» της στους ίδιους τομείς. Σε τελική ανάλυση, η κυρίαρχη τάξη υψώνει την πρωτοκαθεδρία του ατόμου σαν τείχος ενάντια στην ιδέα της κοινότητας και της αλληλεγγύης στους κόλπους της εργατικής τάξης, η οποία απειλεί όχι μόνο τα κέρδη της αλλά δυνητικά και την ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού.

Αυτό το άρθρο προβάλλει δύο επιχειρήματα. Πρώτον, ότι υπήρξε μια μεταστροφή στη ρητορική και ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης κάτω από το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό της νέας χιλιετίας. Αυτή η ιδεολογία έχει τώρα σαν επίκεντρο τα πετυχημένα άτομα που είναι ευρηματικά, ανθεκτικά και στιβαρά. Είναι καθήκον των σοσιαλιστών να κατανοούν, να αναλύουν και να αμφισβητούν αυτές τις ιδέες με τις οποίες μας βομβαρδίζουν σε καθημερινή βάση, λέγοντάς μας τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, προωθώντας τον ατομικισμό και προσπαθώντας να μας πείσουν ότι απέναντι σ’ αυτόν δεν υπάρχει εναλλακτική. Οι ιδέες για την ατομική παροχή κινήτρων στην κοινωνία έχουν χρησιμοποιηθεί για να στηρίξουν την εντατικοποίηση της εργασίας, για να ρίξουν το φταίξιμο για την ανισότητα στους ίδιους τους εργάτες και για να δώσουν νέα ώθηση στην καταπίεση των γυναικών. Κι όμως, η γοητεία που ασκούν αυτές οι ιδέες στα μυαλά των εργατών συνήθως μεγαλοποιείται. Γιατί στην πραγματικότητα οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης δεν είναι στατικές ή συνεκτικές, αλλά χρειάζεται συνεχώς να ανανεώνονται και να αναδιαμορφώνονται έτσι ώστε η κυρίαρχη τάξη να υπερασπίζεται τον εαυτό της από τις διαρκείς προκλήσεις τόσο στο χώρο της εργασίας όσο και από τα κοινωνικά κινήματα, όπως το Black Lives Matter.

Δεύτερον, υποστηρίζω ότι ο Μαρξ, αντίθετα μ’ αυτά που λεν οι επικριτές του, ότι τάχα δεν είχε καμιά θεωρία για την ανθρώπινη φύση, ανέπτυξε μια τέτοια θεωρία στη Γερμανική Ιδεολογία, μαζί με τον Ένγκελς. Ο Μαρξ διακήρυσσε ότι η πρώτη προϋπόθεση της ανθρώπινης ιστορίας ήταν η ύπαρξη ζωντανών ανθρώπινων όντων. Πρότεινε, όμως, μια υλιστική ανάλυση για την ύπαρξη αυτών των ανθρώπινων όντων, υποστηρίζοντας ότι τα άτομα μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο μέσα στο πλαίσιο του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιούν, το οποίο διαρκώς μετασχηματίζεται μέσα από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Το άτομο πρέπει συνεπώς να γίνει αντιληπτό μέσω μιας ανάλυσης των υλικών συνθηκών παραγωγής και, πιο συγκεκριμένα, μέσα από τη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, που ο Μαρξ περιγράφει στη θεωρία του για την αλλοτρίωση. Επιπρόσθετα, οι προϋποθέσεις της αντίστασης είναι πανταχού παρούσες εξαιτίας του ότι η διαδικασία εκμετάλλευσης της εργασίας είναι εγγενής στον καπιταλισμό. Το γεγονός αυτό ανοίγει τη δυνατότητα για συλλογική δράση, κάνοντας τους εργάτες ικανούς να κατεδαφίζουν τις κυρίαρχες ατομικιστικές ιδέες της άρχουσας τάξης.

Ο νεοφιλελεύθερος εαυτός

Απ’ τις αρχές του 21ου αιώνα, ο όρος νεοφιλελευθερισμός καθιερώθηκε για τα καλά στο λεξιλόγιο της αριστεράς. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με το νόημα και το εύρος του, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης του με τις άλλες μορφές καπιταλισμού. Ο Άλεξ Καλλίνικος ορίζει το νεοφιλελευθερισμό ως ένα οικονομικό πολιτικό καθεστώς του οποίου σκοπός είναι η εξασφάλιση της νομισματικής και δημοσιονομικής σταθερότητας και το οποίο νομιμοποιείται από μια ιδεολογία που υποστηρίζει ότι οι αγορές αντιμετωπίζονται καλύτερα ως αυτορυθμιζόμενες. Επεκτείνοντας αυτή την κατανόηση του νεοφιλελευθερισμού, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια σειρά πολιτικών, όπως ιδιωτικοποίηση, ελαστική αγορά εργασίας, νομισματική πολιτική, που υποστηρίζονται από μια εστίαση της ρητορικής σε έννοιες όπως δυνάμεις της αγοράς, λιγότερο κράτος, τόνωση της επιχειρηματικότητας, που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των βαθιών αντιφάσεων του καπιταλισμού, ειδικά της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία.

Βασιζόμενος σε μια σειρά διαλέξεων που έδωσε το 1978-79, και δημοσιεύτηκαν αργότερα κάτω από το γενικό τίτλο Η Γέννηση της Βιοπολιτικής, ο Μισέλ Φουκό υποστήριζε ότι είχε αποκαλύψει την εμφάνιση ενός νέου τύπου ατόμου, κάτω από το καθεστώς του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, τον νεοφιλελεύθερο εαυτό. Αυτό που υποστήριζε ο Φουκό ήταν ότι είχε λάβει χώρα μια μετάβαση από τον ιδιοτελή οικονομικό άνθρωπο, που τον απασχολούσε κυρίως η αγορά συναλλάγματος και συνδέονταν με τον Πλούτο των Εθνών του Άνταμ Σμιθ, στο ανταγωνιστικό άτομο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Οι άνθρωποι έγιναν επιχειρηματίες του εαυτού τους, προορισμένοι διαρκώς να αυξάνουν το ανθρώπινο κεφάλαιό τους. Αυτή η ιδέα έκτοτε αναπτύχθηκε στους ακαδημαϊκούς κύκλους, μεταξύ των ακτιβιστών, ακόμα και στους κόλπους της ίδιας της άρχουσας τάξης, γεννώντας πληθώρα άρθρων και βιβλίων που αναλύουν πώς ο νεοφιλελεύθερος τρόπος σκέψης κατάφερε να διεισδύσει στη λαϊκή κουλτούρα, στην εκπαίδευση και στις ιδέες για την καταπίεση των γυναικών. Ο Φουκό υποστήριζε ότι η επέκταση της νεοφιλελεύθερης αγοράς στις μη οικονομικές σφαίρες της καθημερινής ζωής έκανε αυτή την αναθεωρημένη εκδοχή καθολική και διάχυτη.

Και κάποιοι Μαρξιστές επίσης έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη βαθιά διεισδυτικότητα των νεοφιλελεύθερων ιδεών για το άτομο. Για παράδειγμα, στις πρώτες σελίδες της Ιστορίας του Νεοφιλελευθερισμού του Ντέιβιντ Χάρβεϊ δηλώνεται ότι ο νεοφιλελευθερισμός… έχει γενικευμένες συνέπειες στον τρόπο σκέψης σε τέτοιο σημείο που ενσωματώνεται με την κοινή λογική μέσω της οποίας οι περισσότεροι ερμηνεύουν, βιώνουν και αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Όμοια, στην Καταστροφή του Δήμου, η Γουέντι Μπράουν υποστηρίζει ότι αυτές οι ιδέες διαπερνούν κάθε πτυχή της ύπαρξής μας:

Ο νεοφιλελευθερισμός μοιάζει πιο πολύ με τερμίτη παρά με λιοντάρι… η λογική του μέθοδος παρεισφρέει στις διαρθρώσεις και τους τομείς των εργασιακών χώρων, των σχολείων, των δημόσιων υπηρεσιών και του πολιτικού λόγου και, πάνω απ’ όλα στο ανθρώπινο υποκείμενο.

Αυτές οι ιδέες απηχούν σε μεγάλο βαθμό τις βιωματικές εμπειρίες των ανθρώπων στον καπιταλισμό. Ο ανταγωνισμός φαίνεται να εισβάλλει σε κάθε γωνιά και σε κάθε χαραμάδα της καθημερινής ζωής, απ’ τους βαθμούς στο σχολείο και το πανεπιστήμιο μέχρι τα τηλεοπτικά προγράμματα μαγειρικής, γνωριμιών, ταλέντων, που παίρνουν τη μορφή διαγωνισμών με ένα μόνο νικητή. Στους χώρους δουλειάς, διευθυντικοί μηχανισμοί , όπως πριμ παραγωγικότητας, βάζουν τους εργάτες σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Παρ’ όλα αυτά, οι ισχυρισμοί των Φουκοϊκών και μερικών Μαρξιστών περί ολοκληρωτικής φύσης αυτών των νεοφιλελεύθερων ιδεών διακατέχονται από μια πεσιμιστική λογική. Στη Βιομηχανία της Ευτυχίας ο Ουίλιαμ Ντέιβις φτάνει στο ζοφερό συμπέρασμα ότι ο υποχρεωτικός ανταγωνισμός επιφέρει καταθλιπτικά ψυχολογικά αποτελέσματα εξαιτίας των οποίων οι άνθρωποι καταφεύγουν σε ενδοσκοπήσεις για να βρουν την πηγή της δικιάς τους δυστυχίας και των ατελειών της ζωής τους. Η μορφή του κατακερματισμένου ατομιστικού υποκειμένου που βρίσκεται στην καρδιά της κυρίαρχης ιδεολογίας αντανακλάται επίσης και στην αριστερά γεμίζοντάς την με αμφιβολίες σχετικά με την προοπτική της εργατικής αλληλεγγύης και τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να αλλάξει την κοινωνία. Επιπλέον, αυτός ο τύπος απαισιοδοξίας συχνά υπερτονίζει τις διαφορές μεταξύ του νεοφιλελευθερισμού και του καπιταλισμού των πιο πρώιμων περιόδων του καπιταλισμού. Εν τέλει, παρότι τα επιχειρήματα του Φουκό τοποθετούν την έννοια του ατόμου στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό σε μια νέα διάσταση, οι ιδέες περί ενός ατομικοποιημένου, ιδιοτελούς ατόμου μπορούν να εντοπιστούν από καταβολής του καπιταλισμού.

Homo economicus: Από τον Άνταμ Σμιθ στη Μάργκαρετ Θάτσερ

Στη Γερμανική Ιδεολογία, ο Μαρξ επιχειρηματολογεί ότι οι αντιλήψεις για το άτομο αλλάζουν στους διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τις διακριτές μορφές του καθεστώτος ιδιοκτησίας: φυλετικές κοινωνίες, αρχαίες δουλοκτητικές κοινωνίες, φεουδαλισμός και καπιταλισμός. Το έργο του Άνταμ Σμιθ αποτελεί ενδεχομένως μια επιβεβαίωση αυτής της θεωρίας. Γραμμένος τις παραμονές της βιομηχανικής επανάστασης, Ο Πλούτος των Εθνών του Άνταμ Σμιθ, προτείνει μια εικόνα του ανθρώπινου όντος ως homo economicus (οικονομικού ανθρώπου), ενός ατόμου που έχει σαν κίνητρο το προσωπικό του συμφέρον. Ο Σμιθ ήταν μια σημαντική φυσιογνωμία του κινήματος του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Μέχρι τότε το μονοπώλιο των ιδεών για τη φύση του ανθρώπου το είχε η εκκλησία, που εξηγούσε την ανθρώπινη δραστηριότητα με έννοιες όπως το προπατορικό αμάρτημα. Τώρα αυτές οι ιδέες αμφισβητούνταν υπό το φως της μελέτης των κοινωνικών και οικονομικών συμβάσεων. Ο Σμιθ αισθάνονταν θαυμασμό για τον τρόπο που λειτουργούσαν οι αγορές. Χιλιάδες άνθρωποι έπαιρναν προσωπικές αποφάσεις για αγοραπωλησίες, κι όμως όλες αυτές οι προσωπικές επιλογές είχαν σαν αποτέλεσμα μια αγοραία τιμή εκκαθάρισης. Αυτή ήταν η βάση της ερμηνείας του για την αγορά ως ουδέτερου μηχανισμού που συντονίζει τις εγωιστικές αποφάσεις των ατόμων για το μέγιστο δυνατό όφελος. Δεδομένης της φυσικής ροπής για ανταλλαγές και παζαρέματα, αλλά και της ισχύος του μηχανισμού της αγοράς, ο Σμιθ δεν έβλεπε την ανάγκη να υπάρχει αλτρουισμός ή κοινότητα. Σ’ ένα κείμενό του, τη δεκαετία του 1920, ο Μαρξιστής ιστορικός της οικονομικής σκέψης, Ισαάκ Ίλιτς Ρούμπιν, περιέγραφε πώς ο αισιόδοξος φιλελευθερισμός έπαιξε σημαντικό ιδεολογικό ρόλο στην απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων του καπιταλισμού απ’ τα δεσμά του φεουδαλισμού και του μερκαντιλισμού. Αν και σκοπός του Άνταμ Σμιθ ποτέ δεν ήταν να υπερασπιστεί τα στενά συμφέροντα των καπιταλιστών, πρότεινε μια θεωρία που υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση είναι αμετάβλητη, κάτι που ήταν απόλυτα συμβατό με την τότε αναδυόμενη κοινωνία της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής. Αυτή η κοινωνία αποτελούνταν από ξεχωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους άτομα, που ενώνονταν στη βάση των προσωπικών τους συμφερόντων.

Προχωρώντας στη γέννηση της σύγχρονης Οικονομικής Επιστήμης το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο Γουίλιαμ Στάνλεϊ Τζέβονς εξευγένισε την ιδέα του homo economicus, διανθίζοντάς την με μαθηματική αυστηρότητα. Αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους ως ραδιούργα άτομα που παίρνουν αποφάσεις υπολογίζοντας πόση ευχαρίστηση ή κάματο θα αντλήσουν από μια μονάδα κατανάλωσης ή μια ώρα δουλειάς. Μια μονάδα ευχαρίστησης ή κάματου… είναι το ποσό αυτών των αισθημάτων που μας ενθαρρύνει διαρκώς να αγοράζουμε και να πουλάμε, να δουλεύουμε και να ξεκουραζόμαστε, να παράγουμε και να καταναλώνουμε… Η βούληση είναι το εκκρεμές μας και οι ταλαντώσεις του καταγράφονται σχολαστικά σε όλους τους καταλόγους τιμών των σουπερμάρκετ. Ο Ντέιβις περιγράφει αυτή την άποψη για το άτομο σαν ένα μίζερο όραμα της ανθρώπινης ύπαρξης που διαρκώς λογαριάζει, κοστολογεί πράγματα… κυνηγά το προσωπικό του συμφέρον και τίποτε άλλο. Ο homo economicus δεν έχει φίλους, δεν ησυχάζει, είναι πολύ απασχολημένος με το να νοιάζεται μόνο την πάρτη του.

Οι υποθέσεις του Τζέβονς και άλλων περιθωριακών οικονομολόγων, όπως ο Καρλ Μένγκερ, έγιναν η βάση της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης που διδάσκεται στα σχολεία, τα κολέγια και τα πανεπιστήμια σήμερα. Έστω κι αν τα μαθηματικά μοντέλα που εφαρμόζονται σε πεδία όπως η μικροοικονομία έχουν κάπως εξελιχθεί, οι χοντροκομμένες υποθέσεις για τον ιδιοτελή ατομικισμό των ανθρώπων συνιστούν ακόμα το κύριο δόγμα της οικονομικής επιστήμης. Οι άνθρωποι γίνονται αντιληπτοί ως απλές υπολογιστικές μηχανές που σταθμίζουν τις αποφάσεις τους με βάση τη χρησιμότητα και την ικανοποίηση που αντλούν από τα αγαθά και τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμα για κατανάλωση. Αυτή η θεωρία απογειώθηκε από τον Αμερικάνο νομπελίστα οικονομολόγο Γκάρι Μπέκερ, που εφάρμοσε οικονομικές προσεγγίσεις στην ευρύτερη κοινωνική συμπεριφορά. Ο Μπέκερ πρότεινε ότι ακόμα και οι αποφάσεις σχετικά με το γάμο και το πόσα παιδιά θα κάνεις εξηγούνται μ’ ένα μοντέλο ανθρώπων που αποσκοπούν -χωρίς παρεκκλίσεις- στη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας. Οι σελίδες των αλγεβρικών παραστάσεων που υποτίθεται ότι ενισχύουν την άποψή του δεν καταφέρνουν να κρύψουν το γεγονός ότι η υπολογιστική του ανάλυση αφαιρεί από τους ανθρώπους την ανθρώπινή τους υπόσταση. Όπως έγραφε κι ο ίδιος:

Σύμφωνα με την οικονομική προσέγγιση, ένα πρόσωπο αποφασίζει να παντρευτεί όταν η ωφελιμότητα που αναμένεται από το γάμο ξεπερνά αυτήν που αναμένεται από το να παραμείνει άγαμος ή από το περεταίρω ψάξιμο για καταλληλότερο ταίρι… Εφόσον πολλά πρόσωπα ψάχνουν για ταίρι, τότε λέμε ότι υπάρχει μια αγορά γάμων.

Ο όρος νεοφιλελευθερισμός πρωτοεμφανίστηκε στο βιβλίο του ελβετού οικονομολόγου Χανς Χόνεγκερ, Τάσεις των Οικονομικών Ιδεών (1925). Οι πρωτοπόροι της νεοφιλελεύθερης θεωρίας έχτισαν τις ιδέες τους πάνω στον Άνταμ Σμιθ και σε περιθωριακούς οικονομολόγους. Επιδίωξή τους ήταν η χρησιμοποίηση των δογμάτων του ανταγωνισμού και της επιχειρηματικότητας σαν αντίβαρο για την αυξανόμενη υποστήριξη των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ευρώπη στον απόηχο της Ρώσικης Επανάστασης και των συνακόλουθων εξεγέρσεων στη Γερμανία. Η πρώτη προσπάθεια επίσημης συνένωσης των διάσπαρτων νημάτων της νεοφιλελεύθερης σκέψης έλαβε χώρα το 1947, όταν ο Φρίντριχ φον Χάγιεκ οργάνωσε μια συνάντηση οικονομολόγων σ’ ένα μικρό χωριό της Ελβετίας, το Μον Πελερέν. Το σχέδιο δήλωσης που προέκυψε απ’ αυτή την εκδήλωση, ακολουθώντας τα χνάρια του Άνταμ Σμιθ, διακήρυσσε:

Ελευθερία του καταναλωτή να επιλέγει τι θα αγοράσει, ελευθερία του παραγωγού να επιλέγει τι θα φτιάξει, και ελευθερία του εργαζόμενου να επιλέγει το επάγγελμά του και τη θέση του στην απασχόληση… Ένα τέτοιο σύστημα ελευθεριών είναι απολύτως απαραίτητο αν θέλουμε να μεγιστοποιήσουμε την απόδοση με όρους ατομικής ικανοποίησης.

Σκοπός του κύκλου του φον Χάγιεκ ήταν να προωθήσουν μια αγορακεντρική σκέψη, να ασκήσουν επιρροή στην κρατική πολιτική της μεταπολεμικής περιόδου και να την εμποδίσουν να ολισθήσει στο επικίνδυνο πεδίο της σοσιαλιστικής σκέψης. Στα ιδρυτικά κείμενα του νεοφιλελευθερισμού, ο σοσιαλισμός επανερμηνεύονταν ως το οποιοδήποτε σύνολο πολιτικών ρυθμίσεων στο οποίο το κράτος έπαιζε ενεργητικό ρόλο. Τα βιβλία Ο Δρόμος προς τη Δουλεία του Χάγιεκ και Καπιταλισμός και Ελευθερία του Μίλτον Φρίντμαν ήταν αμφότερα δυο μονότονες διατριβές ενάντια στο σοσιαλισμό που κήρυσσαν τη λατρεία της ιερότητας της ελευθερίας του ατόμου.

Παρ’ όλα αυτά, η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού αν και προωθήθηκε απ’ αυτές τις τόσο εξέχουσες προσωπικότητες, απέτυχε να διεισδύσει στην κυρίαρχη αστική οικονομία και στην κρατική οικονομική διαχείριση για αρκετό καιρό. Η μεταπολεμική οικονομία και κυβερνητική πολιτική κυριαρχούνταν από τον Κεϋνσιανισμό. Αυτή την περίοδο η νεοφιλελεύθερη αποθέωση των αχαλίνωτων δυνάμεων της αγοράς ήταν ασύμβατη με τα συμφέροντα μιας στιβαρής εργατικής τάξης και την επιθυμία των κρατών για ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων από τον πόλεμο οικονομιών. Αυτές οι συνθήκες απαιτούσαν μορφές κρατικής παρέμβασης. Παρότι οι νεοφιλελεύθεροι έφτιαχναν θύλακες υποστηριχτών σε διάφορα πανεπιστήμια, η επιρροή τους στον τρόπο που οι άρχουσες τάξεις παγκόσμια οργάνωναν τον καπιταλισμό ήταν ισχνή.

Αλλά αυτό θα άλλαζε σύντομα. Τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν ορόσημο γι’ αυτή τη στροφή. Τότε ο αδύναμος και χαρακτηριζόμενος από έλλειψη ανταγωνιστικότητας Βρετανικός καπιταλισμός χτυπήθηκε από την παγκόσμια κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970. Όλως περιέργως, ήταν ο τότε πρωθυπουργός των Εργατικών, Τζέιμς Κάλαχαν, που ανήγγειλε το τέλος του Κεϋνσιανισμού και το ξεκίνημα της νεοφιλελεύθερης φάσης της Βρετανικής ιστορίας. Την απαρχή αυτής της νέας εποχής σηματοδότησε η κεντρική ομιλία του στο Συνέδριο του Εργατικού Κόμματος το 1976, κατά την οποία έκανε κήρυγμα στους αντιπροσώπους υπέρ της μείωσης του εργατικού κόστους και επισήμανε τους κινδύνους που ενέχει το να τυπώνει κανείς λεφτά σαν να ‘ναι κομφετί. Μ’ αυτά τα επιχειρήματα προσπάθησε να δικαιολογήσει τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και το πάγωμα των μισθών, αμέσως μετά το δανεισμό αστρονομικών ποσών από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προκειμένου να αποφευχθεί η υποτίμηση του νομίσματος. Αυτό οδήγησε στην πρώτη μεγάλη πτώση του επιπέδου διαβίωσης στη Βρετανία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έγινε εφικτό χάρη στη υποστήριξη των ηγεσιών των συνδικάτων, που επισημοποιήθηκε με το λεγόμενο Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Το φόρτωμα της κρίσης στις πλάτες των εργατών και η πτώση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, άνοιξε την πόρτα στην εκλογή της συντηρητικής κυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ, το 1979. Στόχος της Θάτσερ όσον αφορά τα οικονομικά ήταν η ανάκτηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και η αποφασιστική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών υπέρ των καπιταλιστών. Πρώτο της μέλημα ήταν να σπάσει τη συλλογική οργάνωση των εργατών. Συστηματικά και με τη βία, χρησιμοποιώντας την πλήρη ισχύ του κράτους, η Θάτσερ τσάκισε τα πιο δυνατά κομμάτια της Βρετανικής εργατικής τάξης, όπως η Εθνική Ένωση Ανθρακωρύχων.

Το έργο των Θατσερικών δεξαμενών σκέψης όπως το Ινστιτούτο Οικονομικών Υποθέσεων και το Ίδρυμα Μάργκαρετ Θάτσερ, μαρτυρά τη μεγάλη επιρροή του φον Χάγιεκ και του Φρίντμαν στη σκέψη αυτής και των οπαδών της. Σύμφωνα με την Τζέιμι Πεκ, η Θάτσερ κάποτε διέκοψε μια πολιτική συζήτηση, βροντώντας το Σύνταγμα της Ελευθερίας του Χάγιεκ στο τραπέζι και δηλώνοντας, «Εμένα αυτό είναι το πιστεύω μου». Η γλώσσα της ανταγωνιστικότητας και της ατομικής ευθύνης κινητοποιήθηκε σε μία προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της κοινής λογικής και υποστήριξης ενός προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, περικοπών στο κοινωνικό κράτος και φοροαπαλλαγών για τους πλούσιους. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε ένα κενό ανάμεσα στη ρητορική της εξύψωσης του ατόμου, ως νοκοκυραίου, επιχειρηματία και καταναλωτή, και στο γεγονός ότι οι κυβερνητικές δαπάνες αυξήθηκαν επί πρωθυπουργίας Θάτσερ.

Παρότι είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η νέα ρητορική συνδέεται με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δεν πρέπει να παραιτούμαστε από την κριτική κάποιων ερμηνειών του Θατσερισμού. Για παράδειγμα, ο περίφημος Μαρξιστής Στούαρντ Χολ και οι συνοδοιπόροι του, εξύψωσαν την έννοια του «Θατσερισμού» σε κάτι που εξηγεί τα πάντα. Ο Χολ ισχυρίζονταν ότι η εκλογική επιτυχία της Θάτσερ οφείλονταν στην ικανότητά της να ενώνει τους πάντες, ακόμα και την εργατική τάξη, πίσω από ένα αυταρχικό λαϊκιστικό σχέδιο. Βασισμένη σε μια ερμηνεία της έννοιας της ηγεμονίας του Γκράμσι, η προσέγγιση του Χολ αναγνώριζε την ιδεολογία ως το σημαντικότερο πολιτικό κίνητρο. Όμως, αυτή η άποψη για το Θατσερισμό, ότι πρόκειται για ένα «μονολιθικό τερατούργημα», υπερεκτιμούσε την καθολική υποστήριξη των νεοφιλελεύθερων ιδεών και υποτιμούσε τις συνέχειες που υπήρχαν σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους. Η χολική έννοια του Θατσερισμού ευνοεί τις πιο βραχυπρόθεσμες παραλλαγές στο ιδεολογικό και πολιτικό εποικοδόμημα της κοινωνίας σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο αντί της υποκείμενης ταξικής βάσης. Η αδυναμία των εργατών να οργανώσουν τους αγώνες και τις απεργίες τους δεν προέρχονταν από ένα συγκεκριμένο σύνολο ιδεών που είχε πάρει τα μυαλά τους. Αλλά το ακριβώς ανάποδο. Όταν υπάρχει χαμηλό επίπεδο αγώνων και οι εργάτες έχουν λιγότερη αυτοπεποίθηση και είναι πιο απομονωμένοι, τότε είναι και πιο ευάλωτοι στις ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Η Μεγάλη Απεργία των Ανθρακωρύχων το 1994-95 και οι συνακόλουθες ήττες, είχαν πολύ περισσότερο να κάνουν με την ατολμία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας παρά με την αντιδραστική πολιτική ιδεολογία ή ακόμα και με την ίδια την ισχύ του κράτους.

Φουκό, Μπλερ και «κουλ» καπιταλισμός

Το θεωρητικό υπόβαθρο της εμφάνισης της έννοιας του «νεοφιλελεύθερου εαυτού» ήταν η άνοδος των μεταμοντέρνων μεταμαρξιστικών θεωριών στον ακαδημαϊκό κόσμο. Αυτή ήταν μια υποχώρηση από τα «μεγάλα αφηγήματα», που αναλύουν την κοινωνία σαν σύνολο, σε επιχειρήματα που επιμένουν ότι η πραγματικότητα έχει αποσπασματικό χαρακτήρα. Ο Φουκό είχε την πιο σταθερή επιρροή στις συζητήσεις για το άτομο ως υποκείμενο. Για το Φουκό η εξουσία είναι διάχυτη και κατανέμεται παντού. Η διάσπαρτη φύση της εξουσίας παράγει επίσης και μία «πολλαπλότητα σημείων αντίστασης». Το στρατηγικό, πρακτικό συμπέρασμα αυτής της θεωρίας είναι μια μετατόπιση από την αντιπαράθεση με την συγκεντρωτική εξουσία του κράτους και του κεφαλαίου. Αντίθετα, ο Φουκό υποστήριζε ότι αυτό που μετράει είναι η αντίσταση στις «καθημερινές μορφές εξουσίας», όπως εκδηλώνονται στο φεμινισμό, στο φοιτητικό κίνημα, στις καμπάνιες των εργατών χωρίς χαρτιά και των κρατούμενων. Για το Φουκό αυτή η μετατόπιση σημαίνει την υπέρβαση των αγώνων που βάζουν στο στόχαστρο τη συγκεντρωτική πολιτική και οικονομική εξουσία του κράτος και του συστήματος σαν σύνολο. Στη θέση τους, ο Φουκό προτείνει τους αποσπασματικούς αγώνες ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας που στοχεύει στην τυποποίηση ατομικών συμπεριφορών και ταυτοτήτων. Θεωρούσε αυτά τα κινήματα ως υποκατάστατα της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό.

Ο Φουκό δανείστηκε άκριτα τους όρους της αστικής οικονομίας, που ορίζουν τους εργαζόμενους ως «επιχειρηματίες» που κατέχουν «ανθρώπινο κεφάλαιο» αντιφάσκοντας με τη Μαρξιστική αντίληψη της εργατικής τάξης ως κατόχου μόνο της εργατικής της δύναμης. Αυτή η παρανόηση κάνει αόρατη την κεντρική αντίθεση μεταξύ εργατών και κεφαλαίου στη διαδικασία παραγωγής. Όπως εξηγεί η Γουέντι Μπράουν:

Όταν όλα είναι κεφάλαιο, η εργασία εξαφανίζεται ως κατηγορία, όπως και στη συλλογική της μορφή, ως τάξη, παίρνοντας μαζί της τη βάση της ανάλυσης για την αλλοτρίωση, την εκμετάλλευση και τις ενώσεις των εργατών. Ταυτόχρονα, ξηλώνεται η ίδια η λογική των συνδικάτων, των ομάδων καταναλωτών και των άλλων μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης.

Ο κοινωνιολόγος και ιστορικός Ντανιέλ Θαμόρα ισχυρίζεται ότι ο Φουκό είχε μια ελαφρά συγκαλυμμένη συμπάθεια για το νεοφιλελευθερισμό, πράγμα που τον οδήγησε στο να του ασκήσει ελάχιστη κριτική. Ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται συνώνυμο της αυτονομίας και της προσωπικής ελευθερίας και, τελικά, των πολιτικών της ταυτότητας. Οι «εξεγέρσεις στους τρόπους συμπεριφοράς» με σκοπό το «σεβασμό» και την «κοινωνική ενσωμάτωση» γίνονται ακόμα πιο σημαντικές από τους αγώνες για αναδιανομή του πλούτου και ενάντια στο καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα.

Δεν υπάρχει σαφής αντιστοιχία μεταξύ των ιδεολογιών της κυρίαρχης τάξης και των διαφορετικών εποχών του καπιταλισμού. Αντιστέκονται σε μια τέτοια συμμετρική κωδικοποίηση -αντ’ αυτής, υπάρχουν συνέχειες, αλληλοεπικαλύψεις και αντιφάσεις. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο Τόνι Μπλερ ήταν εξοικειωμένος με το έργο του Φουκό, κι όμως η νέα πολιτική ρητορική για το άτομο που εμφανίστηκε στη Βρετανία με την εκλογή της κυβέρνησης του Νέου Εργατικού Κόμματος το 1997 ταιριάζει απόλυτα μ’ αυτές τις ιδέες. Ο Μπλερ προσπάθησε να επαναπροσδιορίσει τον Βρετανικό καπιταλισμό ως «βασισμένο στη γνώση» και «δημιουργικό». Η επιχειρηματικότητα και η δημιουργικότητα επαινούνταν ως «κουλ καπιταλισμός», η επιτομή του οποίου ήταν οι φωτογραφίες από το πάρτι διασημοτήτων στην Ντάουνινγκ Στριτ που έδειχναν τον Μπλερ να γελάει δίπλα στον ροκ σταρ Νόελ Γκάλαγκερ. Η επίθεση του Μπλέρ στις δεσμεύσεις του Εργατικού Κόμματος για εθνικοποίηση αντικατέστησε το άρθρο 4 του καταστατικού του Εργατικού Κόμματος, στην οποία εμπεριέχονταν, με αναφορές στην «επιχειρηματικότητα και τους αυστηρούς όρους ανταγωνισμού», που αντανακλούν τη συνέχειά του με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Θάτσερ. Αυτή η γλώσσα χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα, ενισχύοντας τη φιλία των νέων εργατικών με και τη στήριξη στις μεγάλες επιχειρήσεις. Μέσα σε τρία χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από τον Μπλερ, ο υπουργός οικονομικών του, Γκόρντον Μπράουν, μπορούσε να καυχιέται ότι οι Βρετανικές επιχειρήσεις πλήρωναν τον χαμηλότερο φόρο όλων των εποχών και οι επενδυτές τους τον χαμηλότερο φόρο επί των κερδών. Οι αναφορές στις φιλοδοξίες και τα όνειρα δικαιολογούσαν τη συγκέντρωση τεράστιων περιουσιών στα χέρια κάποιων προσώπων. Κάτω από την ηγεσία των νέων εργατικών οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι. Η αύξηση της ανισότητας που δημιούργησε η Θάτσερ, μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης χώρας της Δύσης, επιτάθηκε ακόμα περισσότερο επί Μπλερ. Το 1997, το πλουσιότερο 1% της Βρετανίας κατείχε το 17% του πλούτου της χώρας και το 2006, μετά από 9 χρόνια κυβέρνησης Νέου Εργατικού Κόμματος, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 22%.

Χρησιμοποιώντας τη ρητορική της ατομικής επιλογής, ο Μπλερ έβαλε τις βάσεις για την περεταίρω επέλαση του ιδιωτικού κεφαλαίου στο κράτος πρόνοιας. Η ύπουλη ιδιωτικοποίηση της παιδείας ξεκίνησε με τη σύσταση των ιδιωτικών κολεγίων. Η αρχή της δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης πετάχτηκε στα σκουπίδια με την καθιέρωση δίδακτρων, που στη συνέχεια έγιναν πανάκριβα. Το ίδιο τροπάρι της επιλογής χρησιμοποιήθηκε για την επέλαση του ανταγωνισμού στο ΕΣΥ μέσω της εγκαθίδρυσης των καταπιστευμάτων πρωτοβάθμιας περίθαλψης και οι ιδιωτικοί πάροχοι έγιναν δεκτοί στον τομέα της Υγείας, ανοίγοντας το δρόμο στις πολυεθνικές εταιρείες να συνάπτουν προσοδοφόρες συμβάσεις για εγχειρίσεις και επεμβάσεις ρουτίνας. Οι περικοπές στη νοσηλευτική φροντίδα ενηλίκων έγινε στο όνομα της «εξατομίκευσης των εισοδημάτων». Το Νέο Εργατικό Κόμμα επέκτεινε σημαντικά τη χρήση της Πρωτοβουλίας Ιδιωτικών Χρηματοδοτήσεων (PFI), απλώνοντας τα πλοκάμια της ιδιωτικοποίησης και δένοντας χειροπόδαρα τα σχολεία και τα νοσοκομεία με κοστοβόρα συμβόλαια με βάθος δεκαετιών. Και ο ίδιος ο Μπλερ έκανε πράξη την επιχειρηματικότητα που κήρυσσε, όπως εξηγεί ο Μπράνκο Μάρστετιτς:

Λίγοι κονόμησαν, όπως ο Μπλερ φεύγοντας από την Ντάουνινγκ Στριτ, τη διεύθυνση ιλιγγιωδών, και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενων, δικτύων φιλανθρωπικών εταιρειών, επιχειρήσεων και ιδρυμάτων, που τον εκτόξευσαν στο επίπεδο των πλουσιότερων ανθρώπων της Βρετανίας.

Η γλώσσα της επιχειρηματικότητας, της δημιουργικότητας και της επιλογής χρησιμοποιούνταν συνεχώς για να ενισχύσει μια αναδιοργανωμένη εικόνα του ατόμου και να καταστήσει το άτομο υπεύθυνο για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες στην αγορά εργασίας και τη ζωή γενικά. Με βάση αυτή τη ρητορική, η αυτοανάπτυξη έγινε ο άξονας της ζωής και της ευημερίας του ατόμου, με τη «δια βίου μάθηση» να προωθείται ως ο δρόμος για την απαραίτητη αυτοβελτίωση για να μπορεί να ανταποκριθεί κανείς στις απαιτήσεις της προηγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι έπρεπε να γίνουν πιο στιβαροί, πιο ανθεκτικοί, πιο σίγουροι για τον εαυτό τους ώστε να επιβιώσουν και να πετύχουν. Η επισφαλής εργασία μετατράπηκε από εμπόδιο σε προνόμιο, «επιτρέποντας» στα άτομα να είναι πιο ελαστικά. Αυτή η ιδεολογία ήταν το στήριγμα των επιχειρημάτων υπέρ της μείωσης των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων και της εισόδου των εργολάβων στις δημόσιες υπηρεσίες. Όλο αυτό πλασάρονταν σαν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, της επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε