Ο κλέφτης των χρωμάτων

Σάρα Σαγκούφτα

Η Σάρα Σαγκούφτα (1954-1984) ήταν μια Πακιστανή ποιήτρια που έγραφε στις γλώσσες Ουρντού και Παντζάμπι. Γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1954 στην Γκουχρανχουάλα του Πακιστάν από πολύ φτωχή οικογένεια προσφύγων από το Παντζάμπ της Ινδίας. Παρά τη δίψα της για μόρφωση δεν κατάφερε να περάσει στο πανεπιστήμιο. Παντρεύτηκε στα 17 της κι είχε ακόμα τρεις αποτυχημένους γάμους. Άρχισε να γράφει ποιήματα μετά την απώλεια του νεογέννητου παιδιού της και την ελεεινή συμπεριφορά του πρώτου άνδρα της απέναντι σ’ αυτή την τραγωδία. Αργότερα νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα, αυτοκτόνησε στις 4 Ιουνίου 1984, πέφτοντας πάνω σε διερχόμενο τρένο στο Χαράτσι. Τα ποιήματά της δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό της από τον τελευταίο σύντροφο της ζωής της, Σαΐντ Αχμέτ. Μεταφράστηκαν στα Αγγλικά από τον Ασάντ Αλβί και τη Ρουχσάνα Αχμάντ. Η Ινδή συγγραφέας και φίλη της, Αμρίτα Πριτάμ, έγραψε δύο βιβλία βασισμένα στη ζωή της: Ήταν μια Σάρα και Η ζωή και η ποίηση της Σάρα Σαγκούφτα. Στη ζωή της βασίζονται επίσης και τα θεατρικά έργα Εγώ, η Σάρα του Σαχίντ Ανουάρ και το Sara Ka Sara Aasman του Ταρίκ Χαμίντ.

Κλέφτης των χρωμάτων

Πέφτει το δειλινό
κι αρχίζει να κλέβει τα πρόσωπά μας
Είσαι κλεφτρόνι
Δεν είμαι κλέφτης, άνθρωπε
Έπεσα στη θάλασσα
κι αυτή δεν έκλεψε το χρώμα καθόλου από τα ρούχα μου
λιγάκι απ' την πνοή μου, σίγουρα
την παράσυρε το κύμα
φαίνεται κι αυτή πως είναι κλέφτρα της αλμύρας
Πότε ήταν η τελευταία φορά που βουτήχτηκες στις βρωμιές;
να κλέβεις γη είναι μεγάλη, κοπιαστική δουλειά
Αν βουτούσα στη γη 
θα μου έκλεβε κάθε ανάσα του κορμιού μου
και πια δε θα ήμουν εγώ το κλεφτρόνι
Σε κάθε δρόμο υπάρχουν πολλά χρωματιστά μονοπάτια
και σε κάποιο αθέατο μέρος
ένα χρώμα μονάχα όλα τα ποτίζει
Μπορείς να πάρεις τα χρώματα των σπηλαίων
κακά τα ψέματα όμως ο ήλιος είναι ο μεγαλύτερος κλέφτης χρωμάτων
μέχρι να φτάσεις στο πραγματικό του φως δείχνει μόνο το ένα
και τ' άλλο χρώμα
Δες -στον καθρέφτη τα μάτια μας διαφέρουν
ακόμα και ο άνεμος καμιά φορά αποκαλείται "γυάλινος"
αρπάζει τον ποδόγυρό σου και τον δικό μου
ε δεν είναι κι αυτός κλεφτρόνι;
Βγήκες έξω να κλέψεις ή βγήκες να κάνεις μπάνιο μ' αυτή την περιβολή-
κοίτα- όταν τα κύματα χτυπιούνται στο πέτρινο πρόσωπο της
ακτής
αυτή ασπρίζει στον αφρό
Κι όταν ο άνεμος τα δέντρα συνοδεύει στο χορό
άλλο από πράσινο δε βλέπεις ολόγυρά τους
Όταν κλαίει ένας άνδρας
πλημμυρίζει με δάκρυα πικρά
και βουλιάζει ανεξίτηλα-
Πες μου
πώς το χρώμα τ' ουρανού σκαρφαλώνει στη γη μας
Άμα σου έλεγα αυτά τα ωραία μυστικά
θα με άρπαζαν
θα με φυγαδεύανε
Γι' αυτό πριν σου πω
Κλέψε το χρώμα αυτής της πέτρας
τόσο χρώμα όση η δύναμη που θα βάλω να την τσακίσω
στον ίδιο τόνο που θα βγάλει άχνα
άκου-
Το χρώμα συντρίφτηκε 
σωριάστηκε όλο χάμω
ξεχύθηκε λεύτερο
αλλά ακόμα κι η λάμψη, ο ιριδισμός του νερού
δεν κάνει τίποτα για να ξεβαφτεί
δεν είναι κι αυτή σαν τον άνδρα που κλαίει;
Η κουβέντα μας για ξεριζωμένα λουλούδια κόβει σαν στιλέτο
αυτά τα άγουρα μπουμπούκια
που τα βαθιά μεσάνυχτα τα βάψαν μαύρα
Πάνε σιγά, σιγά
μπορεί ν' ακούσουνε τις απαλές πατημασιές μας
αλλά δεν μπορούν να κρυφτούν από μας
Αυτή η φωτιά
η φλόγα αυτή
δεν μπορεί να σβηστεί
μ' αν το φως βουβαινόταν
θ' ανακάλυπτες ξαφνικά
πως δεν είσαι κλέφτης
Την ώρα αυτή που οι σκιές που μακραίνουν κλέβουν το φως
είναι κλεψιά δικιά τους, όχι δική σου ή δική μου
όχι δική μας
Άμα πάψω να παίρνω αυτό που δεν είναι δικό μου
το σπίτι μου θα μείνει χωρίς χόβολη
το ψωμί μου θα κάθεται έτσι
χλωμό κι αφούρνιστο στο σκοτάδι
Η πείνα μου στη ζωή κάνει νόημα, στο ντύσιμο, στο χρώμα
με πάει πίσω στα ξεριζωμένα λουλούδια
που ξέρουνε πως είμαι κλέφτρα
Όταν οι σκοτεινές σπηλιές των μαθητών μας κλαπούν
σκάβουμε με τα νύχια μας να βγούμε να πάρουμε τα χρώματά μας πίσω
Έκλεψα το χρώμα της θάλασσας κι έφτιαξα ένα πάτωμα
Έκλεψα τα χρώματα απ' τα μάτια κι έφτιαξα ντουβάρια
Έκλεψα το χρώμα του ήλιου κι έφτιαξα σκιά
Έκλεψα το χρώμα της πείνας κι έφτιαξα ένα φούρνο
Έκλεψα το χρώμα απ' τις μπούρδες κι έραψα τα ρούχα μου
Κι όταν μας πήρανε το χρώμα της φωτιάς
αφούρνιστο στεκόταν το ψωμί μου
Οι πέτρες σώπασαν
και το μικρό καντήλι
άρχισε πάλι να καίει στο κενό

Από την αγγλική μετάφραση της Ανχούλι Φατιμά Ραζά Κολμπ.


Διαβάστε ακόμα

Κάποιος ανατίναξε την Αμερική

Το ποίημα αυτό του Αμίρι Μπαράκα (1934-2014) γράφτηκε το 2001, αμέσως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου κι έγινε αφορμή για να χάσει τη θέση του επίσημου ποιητή του Νιου Τζέρσεϊ, αφού κατηγορήθηκε για «αντισημιτισμό». Συμπεριλήφθηκε στην Ποιητική του Συλλογή «Κάποιος ανατίναξε την Αμερική και άλλα ποιήματα» πουΣυνεχίστε να διαβάζετε «Κάποιος ανατίναξε την Αμερική».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε