ΗΠΑ: Ο πιο αδύναμος κρίκος;

Το να περιγράφει κανείς τις ΗΠΑ σαν τον αδύναμο κρίκο του προηγμένου καπιταλιστικού κόσμου φαίνεται να είναι κάτι που υπερβαίνει τα όρια. Στο κάτω-κάτω οι ΗΠΑ παραμένουν το ηγεμονικό κράτος, με τις στρατιωτικές και οικονομικές τους δυνατότητες να είναι πολύ μεγαλύτερες από οποιασδήποτε άλλης πολιτικής εξουσίας. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια σκέψη που πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά μετά τις 6 Γενάρη.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι pic_maxresdefault.jpg

Άλεξ Καλλίνικος

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός καταρρέει

Τρία φαίνεται να είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν την κατάσταση:

Τα σωρευτικά οικονομικά αποτελέσματα του νεοφιλελευθερισμού και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης: Η τραμπική ρητορική του «Make America Great Again» αντιπροσωπεύει τις ΗΠΑ ως θύμα της παγκοσμιοποίησης, αλλά αυτή δεν είναι μια περιγραφή που θα μπορούσαν να αποδεχθούν οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες και επιχειρήσεις. Έχουν τεράστια κέρδη από την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και την ανάδειξη αυτού που ο Πίτερ Γκόουαν ονόμασε «καθεστώς Δολαρίου-Γουόλ Στριτ» στα οικονομικά. Εξάλλου, οι πέντε τεχνολογικοί γίγαντες, τα FAANG’s (Facebook, Amazon, Apple, Netflix, Google) αντιπροσωπεύουν την αμερικάνικη φιλοδοξία να κυριαρχήσει στο μέλλον του καπιταλισμού, κι είναι ένα μεγάλο στοίχημα στις διαμάχες της Ουάσιγκτον και με το Πεκίνο και με τις Βρυξέλλες. Όμως, ο Μπρένερ υποστηρίζει ότι η τελευταία διάσωση των αγορών, το Μάρτη του 2020, δείχνει ότι:

Με την αμερικάνικη οικονομία να τα πηγαίνει τόσο άσχημα… το δικομματικό πολιτικό κατεστημένο και οι πολιτικοί ιθύνοντες έχουν καταλήξει σε ένα εντυπωσιακό συμπέρασμα, συνειδητά ή ασυνείδητα. Ο μόνος τρόπος που μπορούν να διασφαλίσουν την αναπαραγωγή των μη χρηματοπιστωτικών και των χρηματοπιστωτικών εταιρειών, των ανώτερων διευθυντικών στελεχών και μετόχων -και πράγματι οι κορυφαίοι ηγέτες των μεγάλων κομμάτων έχουν στενούς δεσμούς μ’ όλους αυτούς- είναι να παρεμβαίνουν πολιτικά στις αγορές περιουσιακών στοιχείων και σ’ όλο το εύρος της οικονομίας, ώστε να εγγυόνται την προς τα πάνω ανακατανομή του πλούτου προς αυτούς με ευθέως πολιτικά μέσα. Αυτό που είχαμε για ένα μεγάλο διάστημα ήτανε μια επιδεινούμενη οικονομική ύφεση σε συνδυασμό με ολοένα εντεινόμενες πολιτικές ανταγωνισμού.

Για πλατιά τμήματα του Αμερικάνικου πληθυσμού η εμπειρία της τελευταίας γενιάς ήταν οι συμπιεσμένοι μισθοί, η εξαφάνιση ενός μεγάλου ποσοστού απασχόλησης στη μεταποιητική βιομηχανία, θέσεων εργασίας, κομποδεμάτων και σπιτιών κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, απώλειες συγγενικών προσώπων, αναπηρίες και μετατραυματικά σοκ από τους χαμένους πολέμους στη Μέση Ανατολή και πιο πέρα. Αυτές οι αποκλίνουσες εμπειρίες (σε σχέση με πολλούς καλύτερα αμειβόμενους υπαλλήλους που μοιράζονται με πολύ μεγαλύτερη μετριοπάθεια την ευημερία που απολαμβάνει το μεγάλο κεφάλαιο) εργαλειοποιήθηκαν απ’ τον Τραμπ και τη Ρεπουμπλικανική δεξιά.

Οι δυσλειτουργικές πολιτικές δομές που ευνοούν όλο και περισσότερο τους Ρεπουμπλικάνους: Το μεγάλο και μικρό κεφάλαιο επωφελήθηκε από ένα σύνταγμα που σχεδιάστηκε από τους διαμορφωτές του για την προστασία της περιουσίας από τον κανόνα της πλειοψηφίας. Ορισμένοι μηχανισμοί διασφαλίζουν ότι θα υπάρχουν τα εξής: ένας εκτελεστικός πρόεδρος ο οποίος, ακόμη και στην εποχή της καθολικής ψηφοφορίας, εξακολουθεί να εκλέγεται έμμεσα από ένα Σώμα Εκλεκτόρων που με απλή πλειοψηφία κερδίζει όλες τις έδρες και στις 50 πολιτείες, μια εξαιρετικά ισχυρή αλλά άκρως μη αντιπροσωπευτική «Άνω Βουλή», η Γερουσία, στην οποία οι Πολιτείες έχουν ίση εκπροσώπηση ανεξάρτητα από τις πληθυσμιακές διαφορές· και ένα Ανώτατο Δικαστήριο ισόβια διορισμένων δικαστών, των οποίων η εξουσία ως συνταγματικών δικαστών έχει ενισχυθεί λόγω των αδιεξόδων της Ουάσιγκτον. Τα προνόμια του κεφαλαίου βρήκαν ακόμα περισσότερη στήριξη από ένα αμιγώς πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα που περιορίζει τον πολιτικό ανταγωνισμό σε δύο βαθιά καπιταλιστικά κόμματα και από ένα κατοχυρωμένο δικαστικά δικαίωμα των πλούσιων εταιρειών να μπουκώνουν τους πολιτικούς με χρήμα. Τις τελευταίες δεκαετίες, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που έχει κερδίσει μόνο μια φορά τη λαϊκή ψήφο στις προεδρικές εκλογές τα τελευταία 30 χρόνια, χρησιμοποίησε αδίστακτα τη χειραγώγηση και την καταστολή των ψηφοφόρων για να εδραιωθεί, ιδιαίτερα σε πολιτειακό επίπεδο και στο Κογκρέσο. Όλα αυτά ήταν πολύ καλά για το κεφάλαιο, το οποίο έχει εποικίσει όλα τα επίπεδα του κράτους, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα σε μεγάλο βαθμό αδιαπέραστο από τα λαϊκά κινήματα αλλαγής προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Εν τω μεταξύ, οι δύο τελευταίες Δημοκρατικές διοικήσεις (Μπιλ Κλίντον, 1993-2001 και Μπαράκ Ομπάμα, 2009-17) λειτουργούσαν ως αποτελεσματικοί διαχειριστές της νεοφιλελεύθερης τάξης, απογοητεύοντας τους πιο προοδευτικούς υποστηρικτές τους και βοηθώντας τους Ρεπουμπλικάνους να πάρουν την πλειοψηφία και στις δύο «Βουλές» του Κογκρέσου το 1994, στη Βουλή των Αντιπροσώπων ξανά το 2010 και στη Γερουσία το 2014.

Το φυλετικό ρήγμα: Όλα τα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη είναι δομικά ρατσιστικά, αλλά πουθενά η φυλετική καταπίεση δεν παίζει πιο κεντρικό ρόλο απ’ ότι στις ΗΠΑ. Η δουλεία και ο αποικιοκρατικός εποικισμός είναι εγγεγραμμένα στο θεοποιημένο σύνταγμα, Άρθρο 1, Παράγραφος 3, που δίνει την ομοσπονδιακή εκπροσώπηση των Πολιτειών «προσθέτοντας τον αριθμό των ελεύθερων ατόμων… και εξαιρουμένων των Ινδιάνων που δεν φορολογούνται, τα τρία πέμπτα όλων των υπόλοιπων ατόμων». Η περίπλοκη και τεταμένη ισορροπία μεταξύ λευκών δούλων καλλιεργητών και μικροπαραγωγών ξέσπασε ταυτόχρονα με την εδαφική εξάπλωση των ΗΠΑ και ήταν η αρχή της δικής της Βιομηχανικής Επανάστασης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο Λίνκολν κέρδισε τον Εμφύλιο Πόλεμο υιοθετώντας, όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ, όλο και πιο επαναστατικά μέσα -πάνω απ’ όλα εκδίδοντας τη Διακήρυξη της Χειραφέτησης και δίνοντας όπλα στους πρώην σκλάβους.

Ωστόσο, η ήττα της προσπάθειας των μαύρων ανθρώπων και των λευκών συμμάχων τους να ανασυγκροτήσουν το Νότο μετά τη νίκη της Ένωσης (των Βόρειων) το 1865, σήμαινε ότι η επίσημη νομική και πολιτική ισότητα που χορηγήθηκε με την 14η και 15η Τροποποίηση του συντάγματος δεν αποδόθηκε ποτέ στους Αφροαμερικάνους. Αυτό ήταν ακόμα πιο φανερό στη Δύση, όπου υποβλήθηκαν στο καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού των νόμων Τζιμ Κρόου. Η λεγόμενη Δεύτερη Ανασυγκρότηση στην οποία υποχρέωσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση το κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα των δεκαετιών του 1950 και του 1960 και οι εξεγέρσεις στις πόλεις του Βορρά που είχαν δώσει την αρχική ώθηση, βοήθησαν στον τερματισμό του Τζιμ Κρόου και οδήγησαν στην άνοδο μιας Μαύρης μεσαίας τάξης που έχει τώρα μια σοβαρή πολιτική επιρροή. Παρ’ όλα αυτά, οι Αφροαμερικάνοι είναι ακόμα κολλημένοι στον πάτο της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας. Επιπλέον είναι αντικείμενα της συστημικής κρατικής βίας, είτε με τις σφαίρες των αστυνομικών είτε με τη μαζική κάθειρξη στο βιομηχανικό συγκρότημα φυλακών, που περιγράφηκε από τη Μισέλ Αλεξάντερ ως «ένα ακόμα φυλετικό σύστημα καστών στις ΗΠΑ». Όμως είναι εξίσου απλοϊκό να πούμε ότι η Αμερικάνικη κοινωνία συνιστά μια περίπτωση «λευκής ανωτερότητας» όσο θα ήταν πιο πριν το να μπαίναμε στο σύντομο πανηγυράκι της «μεταφυλετικής κοινωνίας» του Ομπάμα. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλοί υπέρμαχοι της λευκής ανωτερότητας, που ωθήθηκαν από τις ενσωματωμένες ρατσιστικές δομές στο να στρέψουν τη δυσαρέσκειά τους ενάντια τους Μαύρους, τους Λατινοαμερικάνους και τους Μουσουλμάνους.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η προεδρία Τραμπ αντιπροσώπευε μια κλασική περίπτωση αυτού που ο Αλτουσέρ ονόμαζε «υπερκαθορισμό» (“overdetermination”) όπου «η τεράστια συσσώρευση αντιφάσεων έρχεται στο προσκήνιο ταυτόχρονα, κάποιες απ’ τις οποίες είναι ριζικά ετερογενείς -διαφορετικής προέλευσης, διαφορετικής έννοιας, διαφορετικών επιπέδων και σημείων εφαρμογής- τα οποία, ωστότο, ‘συγχωνεύονται’ σε μία ρηξιακή ενότητα».

Ο Τραμπ, ξεκινώντας με την υποψηφιότητά του για τον Λευκό Οίκο το 2015-16, επιδίωκε συστηματικά να παίξει με το αίσθημα της θυματοποίησης («Αμερικανική σφαγή»), την οργή για τη διαφθορά και το αδιέξοδο της Ουάσινγκτον («αποστραγγίστε του βάλτο») και το ρατσισμό αρκετών Αμερικανών πολιτών για να κερδίσει τις εκλογές το Νοέμβριο του 2016. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε τους ίδιους αυτούς παράγοντες για να κρατήσει τη δημοτικότητά του κατά τη διάρκεια μιας χαοτικής θητείας και να εξασφαλίσει πάνω από 74 εκατομμύρια ψήφους (τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό ψήφων στην ιστορία των ΗΠΑ) το Νοέμβριο του 2020.

Ο Τραμπ δεν είναι φασίστας, αλλά ένας τυχοδιώκτης, ο οποίος χρησιμοποίησε τις επιχειρηματικές του σχέσεις και τη φήμη του στα ΜΜΕ ως φαινομενικά τουλάχιστον πολύ πλούσιος και εκμεταλλεύτηκε αυτήν την εικόνα για να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό στον ακροδεξιό του αφήγημα των ΗΠΑ που καταστρέφονται από την παγκοσμιοποίηση και , πιο συγκεκριμένα, από τους συμμάχους τους και από την Κίνα. Η σχέση του με το μεγάλο κεφάλαιο απείχε πολύ από το να είναι ειλικρινής. Ο Τζέφρι Σόνενφελντ, της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Γέιλ, ισχυρίζεται: «Θα έφερνα τον Ντόναλντ Τραμπ στη σύνοδο κορυφής των Διευθύνοντων Συμβούλων μας πριν από χρόνια και οι ανώτεροι διευθύνοντες σύμβουλοι θα έλεγαν: ‘Τι μας τον έφερες εδώ πέρα; Από πού κι ως πού είναι αυτός ανώτερος διευθύνων σύμβουλος;'». Όταν το είπε αυτό στον πρόεδρο μετά την εκλογή του το 2016, ο Τραμπ απάντησε: «Να, τώρα έρχονται αυτοί να με δούνε».

Όμως, ακόμα και στο Λευκό Οίκο παρέμενε προβληματικός για το μεγάλο κεφάλαιο. Οι πιο χαρακτηριστικές οικονομικές πολιτικές του -οι εμπορικοί πόλεμοι με την Κίνα και την ΕΕ και ο επαναπατρισμός των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού που είχαν αναπτυχθεί κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή- συγκρούονταν άμεσα με τα συμφέροντα των κύριων Αμερικάνικων πολυεθνικών και τραπεζών.

Η ταξική βάση του Τραμπ προέρχονταν από αλλού, όπως εξηγεί ο Μάικ Ντέιβις σε μια εξαιρετική σκιαγράφηση της κοινωνικής γεωγραφίας του Τραμπισμού:

Αν ο Ρήγκαν ήρθε στην εξουσία, υπηρετώντας τη γραμμή μιας ιστορικής αντισυνδικαλιστικής επίθεσης με επικεφαλής την Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα -ένα συνασπισμό των 500 πλουσιότερων επιχειρήσεων (Fortune 500)- ο Τραμπ ήρθε στο Λευκό Οίκο χάρη στην αγάπη του Ιησού κι εκείνου του ετερόκλητου πληρώματος που ο Sam Farber αποκαλεί «λούμπεν καπιταλιστές». Φυσικά, οι εργολάβοι της αμυντικής βιομηχανίας, η βιομηχανία ενέργειας και οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες (Big Pharma) είχαν το σεβασμό του Λευκού Οίκου, όπως συμβαίνει πάντα όταν οι Ρεπουμπλικάνοι είναι στην εξουσία. Αλλά ο συνασπισμός χορηγών που χρηματοδότησε την εξέγερση ενάντια στον Ομπάμα και ενώθηκε πίσω από το άρμα του Τραμπ, μετά την ήττα του Τεντ Κρουζ στα προκριματικά του 2016, είναι σε μεγάλο βαθμό επουσιώδης στους παραδοσιακούς χώρους οικονομικής ισχύος. Εκτός από τις οικογενειακές δυναστείες… όπως οι Κοχ, που υπήρχαν από την εποχή του Μπάρι Γκολντουότερ και της John Birch Society, οι βασικοί σύμμαχοι του Trump είναι μεταβιομηχανικοί ληστές βαρόνοι από περιοχές της Αμερικάνικης ενδοχώρας, όπως το Γκραντ Ράπιντς, η Ουίτσιτα, το Λιτλ Ροκ και η Τούλσα. Οι περιουσίες τους προέρχονται από ακίνητα, ιδιωτικά κεφάλαια, καζίνο και υπηρεσίες που κυμαίνονται από ιδιωτικούς στρατούς έως αλυσίδες τοκογλυφίας.

Αυτοί οι «λούμπεν δισεκατομμυριούχοι», όπως τους αποκαλεί αλλού ο Ντέιβις, εξαρτώνται από την εγχώρια αγορά, και μάλιστα συχνά από τις ομοσπονδιακές και πολιτειακές κυβερνήσεις, όπως φαίνεται από το χαρακτηριστικό παράδειγμα των των Life Care Centers of America του Φόρεστ Πρέστον, της μεγαλύτερης αλυσίδας γηροκομείων στις ΗΠΑ και τόπο πολυάριθμων θανάτων από Covid-19 την άνοιξη του 2020. Η αντιπαράθεση με τους κατασκευαστικούς και τους εμπορικούς γίγαντες της Ασίας και της Ευρώπης πιθανότατα δεν επηρέασε τα συμφέροντά τους πολύ αρνητικά και μπορεί ακόμη και να βοήθησε κάποιες μικρότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Αντίθετα, οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις πήγαν με τον Τραμπ γιατί μείωσε τη φορολογία, προώθησε την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και ευνόησε τις φούσκες στο χρηματιστήριο. Όπως ανέφερε η στήλη των Financial Times Lex μετά την επίθεση στο Καπιτώλιο:

Ο κ. Τραμπ επανειλημμένα πόνταρε την προεδρία του στην άνοδο της χρηματοπιστωτικής αγοράς, παρακινώντας σιωπηρά τη Wall Street και τους πλουσιότερους Αμερικανούς να αγνοήσουν τον υφέρποντα αντιφιλελευθερισμό του επειδή στο μεταξύ θα πλούτιζαν. Οι επιχειρήσεις κουράστηκαν από τους ιδιότροπους δασμούς του και τις συνέπειές του στο εμπόριο με την Κίνα.

Αλλά ο κ. Τραμπ έδωσε σε μεγάλο βαθμό στον επιχειρηματικό κόσμο της Αμερικής αυτό που ήθελε. Οι αναδυόμενες αγορές είχαν κι αυτές συνήθως την ίδια γεύση: μια πολιτική κατάσταση της ακαταστασίας ή της διαφθοράς, αλλά όπου το εμπόριο και ο καπιταλισμός εξακολουθούν να ανθούν.

Μακροπρόθεσμα, όμως, αυτό που ήταν σημαντικό για τον Τραμπ δεν ήτανε τόσο η αμφιλεγόμενη σχέση του με το μεγάλο κεφάλαιο αλλά ο μετασχηματισμός της δεξιάς πολιτικής στις ΗΠΑ, ξεκινώντας μέσω αυτού που ο Ντέιβις περιγράφει ως «ταχεία ανάληψη και ανελέητη εκκαθάριση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος το 2017-18… Το πυρηνικό πλεονέκτημα του Τραμπ ήταν η εκπληκτική δημοτικότητά του στη βάση, μια φρενίτιδα που συχνά τροφοδοτούνταν από τους Ευαγγελιστές ηγέτες, το Fox News και, φυσικά, απ’ τα ατελείωτα tweets του». Επιπλέον, τώρα βλέπουμε ότι η περίφημη βάση των Ρεπουμπλικάνων δεν είναι μόνο μια μάζα παθητικών οπαδών. Ο Τραμπ έδωσε εθνική ηγεσία, δημοσιότητα και πολιτική νομιμοποίηση σε μια πληθώρα ακροδεξιών ομάδων, από τις «πατριωτικές» πολιτοφυλακές που άρχισαν να εμφανίζονται τη δεκαετία του 1990 μέχρι τους συνωμοσιολόγους του QAnon. Ο Πιτ Σίμι από το Πανεπιστήμιο Τσάπμαν λέει: «Είναι ένα είδος κηλίδας από μελάνι, κατά κάποιο τρόπο, που πάνω της τα πολλά διαφορετικά τμήματα της ακροδεξιάς -και της κατεστημένης- μπορούν να προβάλλουν τις ελπίδες, τους φόβους, τις αγωνίες και τις απογοητεύσεις τους».

Η σχέση μεταξύ του Τραμπ και της ακροδεξιάς βάσης είναι μια σχέση αλληλεπίδρασης που την καλλιέργησε και τους κινητοποίησε για να τον βοηθήσουν να κερδίσει μια δεύτερη θητεία. Τα κυριότερα ορόσημα υπήρξαν: Η δήλωση του Τραμπ στη σύγκρουση μεταξύ της συγκέντρωσης Unite the Right και των αντιφασιστών (στην οποία σκοτώθηκε η αντιφασίστρια Χέδερ Χάγιερ) στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια, τον Αύγουστο του 2017, ότι «υπήρχαν πολύ καλοί άνθρωποι και από τις δύο πλευρές», η ενθάρρυνσή του στις ακροδεξιές ομάδες που το περασμένο καλοκαίρι και το φθινόπωρο διαδήλωσαν ενάντια στο λοκντάουν και συγκρούστηκαν (μερικές φορές με νεκρούς) με διαδηλωτές του κινήματος Black Lives Matter, το κάλεσμά του στους φασίστες Proud Boys «υποχωρήστε και αναμείνατε» στο προεδρικό ντιμπέιτ της 30ης Σεπτεμβρίου, και, τέλος, η ομιλία του στο συλλαλητήριο «Σταματήστε την Κλοπή» στην Ουάσιγκτον στις 6 Ιανουαρίου που οδήγησε στην εισβολή στο Καπιτώλιο.

Σε όλες αυτές τις παρεμβάσεις ο Τραμπ προσπαθούσε να βοηθήσει τον εαυτό του παρά να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό καθεστώς, αλλά βοήθησε και την ακροδεξιά να αποκρυσταλλωθεί ως κίνημα. Είναι σημαντικό να τονίσουμε εδώ ότι, για τις εμπλεκόμενες ομάδες, η επίθεση στο Καπιτώλιο ήταν επιτυχία, ακόμη και αν δεν έσωσε την προεδρία Τραμπ. Παρόλο που η δύναμη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αναπτύσσεται τώρα εναντίον των «στασιαστών», οι μάρτυρες που θα δημιουργήσουν το FBI και τα δικαστήρια μπορούν να τροφοδοτήσουν μια μυθολογία γύρω από τις 6 Ιανουαρίου. Ο Κόλιν Κλαρκ, ειδικός της Ομάδας Σουφάν σε θέματα εγχώριας τρομοκρατίας, δήλωσε στην Washington Post: «Το γεγονός ότι η αστυνομία του Καπιτωλίου επέτρεψε να συμβεί αυτό μπορεί να ονομαστεί παραβίαση της ασφάλειας ή αποτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά αυτοί οι άνθρωποι δεν το βλέπουν σαν αποτυχία. Το βλέπουν σαν μία συντριπτική επιτυχία που θα εμπνεύσει κι άλλους τα επόμενα χρόνια».

Αλλά η επίθεση στο Καπιτώλιο οδήγησε σε πραγματική ρήξη μεταξύ του Τραμπ και της κυρίαρχης τάξης των ΗΠΑ. Είναι άλλο πράγμα να είσαι χυδαίος ρατσιστής και σεξιστής νταής, κι άλλο να παρακινείς τον ακροδεξιά όχλο να ανατρέψει το σύνταγμα. Άλλωστε, αυτό το σύνταγμα εξυπηρετεί μια χαρά το κεφάλαιο. Ο Πενς και ο ΜακΚόνελ, που χρησιμοποίησαν τον Τραμπ για να εδραιώσουν τη δύναμη της χριστιανικής δεξιάς -κυρίως γεμίζοντας το ομοσπονδιακό δικαστικό σώμα με δεξιούς δικαστές, οι οποίοι τώρα έχουν πλειοψηφία δύο τρίτων στο Ανώτατο Δικαστήριο- τον εγκατέλειψαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Ακόμα και πριν τις εκλογές, το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ, η Στρογγυλή Τράπεζα των Επιχειρήσεων και άλλες έξι εταιρικές ομάδες λόμπι είχαν καλέσει «όλους τους Αμερικανούς να υποστηρίξουν τη διαδικασία που ορίζεται από τους ομοσπονδιακούς και κρατικούς νόμους και να είναι βέβαιοι για τη μακρά παράδοση της χώρας μας σε ειρηνικές και δίκαιες εκλογές». Μετά τις 6 Ιανουαρίου, η Εθνική Ένωση Κατασκευαστών, το 70 τοις εκατό των συνεισφορών της οποίας πήγαν στην προεκλογική εκστρατεία των Ρεπουμπλικάνων το 2020, ζήτησε από τον Πενς «να εξετάσει σοβαρά σε συνεργασία με το υπουργικό συμβούλιο να επικαλεστεί την 25η Τροπολογία». Αυτό θα του επέτρεπε να αναλάβει καθήκοντα προέδρου αν το υπουργικό συμβούλιο κήρυσσε τον Τραμπ «ανίκανο να εκπληρώσει τις εξουσίες και τα καθήκοντά του». «Δεν υπάρχει κανένας μεγάλος διευθύνων σύμβουλος που να είναι υποστηρικτής του Τραμπ τώρα», δήλωσε ο Σόνενφελντ στους Financial Times, καθώς αποσύρθηκαν από αυτό που κάποιος αποκάλεσε τη δικιά τους «συμφωνία του Φάουστ με τον Τραμπ».

Από την άποψη του μεγάλου κεφαλαίου, λοιπόν, η ορκωμοσία του Μπάιντεν σηματοδότησε μια καλοδεχούμενη επιστροφή στην κανονικότητα, καθώς μια διοίκηση γεμάτη βετεράνους της προεδρίας Ομπάμα ανέλαβε καθήκοντα. Ωστόσο, κανείς δεν πρέπει να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Ο Τραμπ άνοιξε ένα Κουτί της Πανδώρας από το οποίο θα μπορούσε να ξεπηδήσει ένα σοβαρό εθνικό φασιστικό κίνημα. Ο Τίμοθι Σνάιντερ κάνει μια οξυδερκή διάκριση:

Αυτή τη στιγμή, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι ένας συνασπισμός δύο τύπων ανθρώπων: εκείνοι που δουλεύουν για την προστασία του συστήματος (οι περισσότεροι πολιτικοί, μερικοί από τους ψηφοφόρους) και εκείνοι που ονειρεύονται τη διάλυσή του (μερικοί από τους πολιτικούς, πολλοί από τους ψηφοφόρους). Τον Ιανουάριο του 2021, αυτό ήταν ορατό σαν η διαφορά μεταξύ εκείνων των Ρεπουμπλικάνων που υπερασπίστηκαν το παρόν σύστημα με το σκεπτικό ότι τους ευνοούσε και εκείνων που προσπάθησαν να το ανατρέψουν.

Στις τέσσερις δεκαετίες από την εκλογή του Τραμπ, οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ξεπεράσει τις εντάσεις μεταξύ «συστημικών» και «αντισυστημικών», κυβερνώντας σε αντιπαράθεση με την τοπική κυβέρνηση, ή αποκαλώντας τις εκλογές επανάσταση (το Tea Party) ή ισχυριζόμενοι ότι αντιτάσσονται στις ελίτ. Οι «αντισυστημικοί», σ’ αυτή τη διαρρύθμιση, παρέχουν το προκάλυμμα στους «συστημικούς».

Η επίθεση στο Καπιτώλιο έφερε τους «συστημικούς» -με επικεφαλής τον Πενς και το ΜακΝτόνελ- σε ανοιχτή σύγκρουση με τους «αντισυστημικούς»: όχι μόνο τον ίδιο τον Τραμπ, αλλά κυρίως τον Τεντ Κρουζ και ο Τζος Χόλεϋ, τους δύο Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές που βρέθηκαν στην ηγεσία της αντιπολίτευσης του Κογκρέσου στην πιστοποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Παρόμοια, ο Ντέιβις υποστηρίζει ότι «το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μόλις έχει υποστεί μια ανεπανόρθωτη διάσπαση» μεταξύ εκείνων που προτιμούν «μια αναδιάταξη της εξουσίας μέσα στο κόμμα» και στις «πιο παραδοσιακές ομάδες καπιταλιστικών συμφερόντων, όπως η Εθνική Ένωση Κατασκευαστών και η Στρογγυλή Τράπεζα Επιχειρηματιών»… Διατείνεται όμως ότι «οι αληθινοί Τραμπιστές έχουν γίνει μια de facto τρίτη ομάδα, που γαντζώθηκε σε μεγάλο βαθμό στις καρέκλες της Βουλής των Αντιπροσώπων».

Το σημαντικό ζήτημα εδώ δεν είναι αν αυτές οι δύο παρατάξεις θα καταφέρουν κατά κάποιο τρόπο να μείνουν ενωμένες. Η εκλογική δύναμη των «αληθινών Τραμπιστών» είναι ένα ισχυρό κίνητρο για να μη φτάσουνε στη διάσπαση. Στην περιβόητη δημοσκόπηση του YouGov στις 7 Ιανουαρίου, το 45% των Ρεπουμπλικάνων υποστήριξε την επίθεση στο Καπιτώλιο. Σε δημοσκόπηση που έγινε μεταξύ 23 και 25 Ιανουαρίου, το 81% των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων δήλωναν ακόμα ότι έχουν θετική άποψη για τον Τραμπ. Μόνο το 13% των Ρεπουμπλικάνων, σε σχέση με το 92% των Δημοκρατικών και το 52% των ανεξάρτητων, υποστήριξαν την παραπομπή του Τραμπ. Σύμφωνα με την Washington Post, «Σχεδόν το 60%… εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, όπως πτωχεύσεις, ειδοποιήσεις έξωσης ή κατάσχεσης, κακά χρέη ή απλήρωτους φόρους τις τελευταίες δύο δεκαετίες». Περίπου το 40 τοις εκατό ήταν ιδιοκτήτες επιχειρήσεων ή «λευκά κολάρα».

Ακόμα και μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο, 8 στους 51 Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές και 139 στους 204 Ρεπουμπλικάνους βουλευτές της Βουλής των Αντιπροσώπων υποστήριξαν τις αντιρρήσεις για την καταμέτρηση των εκλογών. Μόνο 7 στους 50 Ρεπουμπλικάνους στη νέα Γερουσία ψήφισαν την καταδίκη του Τραμπ για υποκίνηση εξέγερσης στη σύντομη και με μισή καρδιά δίκη για την αποπομπή του. Αυτό το αποτέλεσμα είναι ένας φόρος τιμής στη δύναμη που του δίνει ακόμα η βάση του. Και ως προς αυτό, ο Σνάιντερ κάνει μια οξυδερκή παρατήρηση:

Τώρα έγινε μάθημα στους Κρουζ και Χόλεϋ, ότι το να πεις το μεγάλο ψέμα ότι «πάνε να κλέψουν τις εκλογές» σημαίνει το να είσαι δέσμιος αυτού του ψέματος. Το ότι πούλησες την ψυχή σου στο διάβολο δε σημαίνει ότι έκανες κιόλας τη συμφωνία του αιώνα. Ο Χόλεϋ ντρέπεται να φανεί υποκριτής ως εκεί που δεν πάει. Ακ και γιος τραπεζίτη, με σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και στη Νομική Σχολή του Γέιλ, καταγγέλλει ελίτ. Κι αν ο Κρουζ μπορούμε να πούμε ότι είχε μια αρχή, ήταν το δίκαιο των κρατών, το οποίο οι προσκλήσεις του Τραμπ παραβίαζαν με τον πιο αισχρό τρόπο.

Με άλλα λόγια, οι βασικοί υποστηριχτές του Τραμπ στο Κογκρέσο αναμφίβολα έχουν σαν κίνητρο κυρίως τη δική τους πολιτική φιλοδοξία, και συγκεκριμένα το να κερδίσουν την πολυπληθή και αφοσιωμένη βάση του Τραμπ. Αλλά για να ικανοποιήσουν αυτή τη βάση πρέπει να μιμηθούν την πολωτική ρητορική του Τραμπ. Ο ίδιος ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι παραμένει στην ηγεσία στην ομιλία του στη Συνδιάσκεψη των Ρεπουμπλικάνων (CPAC) στις 28 Φεβρουαρίου, αποκλείοντας τη δημιουργία τρίτου κόμματος και αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα είναι υποψήφιος πρόεδρος και το 2024. Αυτό θα φέρει μεγαλύτερες συγκρούσεις μεταξύ «συστημικών» και «αντισυστημικών».

Οι πολιτικοί και ιδεολογικοί αγώνες που θα προκύψουν μπορεί να προσφέρουν ανοίγματα σε πραγματικά φασιστικές δυνάμεις. Μέχρι στιγμής αυτές οι δυνάμεις απέτυχαν να δημιουργήσουν μια αξιόπιστη εθνική ηγεσία. Αργά ή γρήγορα όμως, θα κουραστούν να εξαρτώνται από τα καπρίτσια ενός άστατου και εγωιστή ψευτοδισεκατομμυριούχου, πόσο μάλλον από τον πιο ξεκάθαρο οπορτουνισμό «αντισυστημικών» όπως ο Χόλεϋ και ο Κρουζ. Προς το παρόν, οι φασίστες μπορούν να συνεχίσουν να επωφελούνται από την ενσωμάτωση στον κυρίαρχο λόγο των ακροδεξιών θεματικών τους. Στο μεταξύ, η συνέχεια της κυβέρνησης Κλίντον-Ομπάμα στην Ουάσιγκτον θα προσφέρει χωρίς αμφιβολία νέες ευκαιρίες σε όλες τις αποχρώσεις της ακροδεξιάς.

Η αποστροφή του επιχειρηματικού κόσμου για την επίθεση στο Καπιτώλιο υπογραμμίζει ότι η κατάσταση δεν είναι η ίδια με εκείνη στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ή στη Γερμανία δέκα χρόνια αργότερα. Το μεγάλο κεφάλαιο δεν είναι με τίποτα τόσο απεγνωσμένο ώστε να παίξει με αυταρχικές λύσεις, πόσο μάλλον με το φασισμό, είτε στις ΗΠΑ είτε στην Ευρώπη. Και γιατί να το κάνει άλλωστε; Οι ηγέτες της οργανωμένης εργατικής τάξης συναίνεσαν στη νεοφιλελεύθερη επίθεση της προηγούμενης γενιάς και απάντησαν ξεψυχισμένα στις καταστροφικές επιθέσεις σε θέσεις εργασίας, μισθούς, συνθήκες, ασφάλεια -ουσιαστικά, την ίδια τη ζωή των εργατών- με το ξέσπασμα της πανδημίας.

Παρ ‘όλα αυτά, υπάρχουν δύο λόγοι να μην εφησυχάζουμε με την απροθυμία του μεγάλου κεφαλαίου να στηρίξει τον ακροδεξιό αυταρχισμό. Πρώτον, η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω, ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ. Η Ράνα Φορουάρ του CNN και των Financial Times έκανε την εξής συναρπαστική πρόβλεψη, που συνδέει τη φούσκα του bitcoin, την αυτοκρατορική παρακμή της 6ης Ιανουαρίου και τις πολιτικές του εύκολου χρήματος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ:

Η άνοδος της δημοτικότητας των εξαιρετικά ασταθών κρυπτονομισμάτων όπως το bitcoin… θα μπορούσε καλύτερα να ερμηνευτεί ως ένα πρώιμο σημάδι μιας νέας παγκόσμιας τάξης στην οποία οι ΗΠΑ και το δολάριο θα διαδραματίζουν λιγότερο σημαντικό ρόλο… Η άνοδος του bitcoin αντανακλά την πεποίθηση κάποιων τμημάτων της επενδυτικής κοινότητας ότι οι ΗΠΑ τελικά με κάποιο τρόπο θα αρχίσουν να θυμίζουν Γερμανία της Βαϊμάρης, καθώς η νομισματική πολιτική μετά το 2008 της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έχει σχεδιαστεί για να σταθεροποιήσει τις αγορές δίνει τη θέση της στη μετά Covid χρηματοποίηση του αυξανόμενου βάρους του Αμερικάνικου χρέους.

Η σοβαρότητα των πολλαπλών κρίσεων που αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός σήμερα μπορεί να ενθαρρύνει τμήματα της άρχουσας τάξης να εξαπολύσουν μια ακόμα σφοδρότερη επίθεση στους εργαζόμενους και να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν ένα αρκετά ισχυρό φασιστικό κίνημα για να υποστηρίξουν αυτήν την επίθεση. Ήδη βλέπουμε αυτό που ο Ιγκό Παλετά αποκαλεί «αυταρχική σκλήρυνση» των φιλελεύθερων καπιταλιστικών κρατών. Η Γαλλία υπό τον Μακρόν είναι ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα, με πληθώρα κατασταλτικών μέτρων και μια ιδεολογική επίθεση ενάντια στο αλλόκοτο ανακάτωμα του «ισλαμοαριστερισμού». Η αστυνομική νομοθεσία της κυβέρνησης Τζόνσον και οι επιθέσεις κατά των μεταναστών αποτελούν μέρος της ίδιας διαδικασίας. Το κλασικό επιχείρημα των αντιφασιστών τα τελευταία 50 χρόνια είναι ότι η ιστορία μάς διδάσκει ότι πρέπει να κινητοποιηθούμε ενάντια στους φασίστες μόλις εμφανιστούν, επιδιώκοντας να τους συντρίψουμε πριν γίνουν πολύ ισχυροί για να νικηθούν.

Δεύτερον, υπάρχει ο κίνδυνος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας: η ακροδεξιά μπορεί να είναι σε θέση να αποσταθεροποιήσει επαρκώς το πολιτικό σύστημα ώστε τμήματα της άρχουσας τάξης να αρχίσουν να υποδέχονται τους φασίστες σαν τη δύναμη που θα είναι ικανή να αποκαταστήσει την τάξη. Οι οιονεί εκρήξεις στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ και της Βρετανίας από το 2016 δίνουν μια εικόνα του πώς φαινομενικά μικρές αλλαγές σε ένα πολύπλοκο σύστημα μπορούν να προκαλέσουν ξαφνικό και αλλοπρόσαλλο μετασχηματισμό.

Παλεύοντας το φασισμό από τα κάτω

Συνεπώς ο Πολ Μέισον έχει δίκιο: «Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Υπάρχει μια πληβειακή μαζική βάση για τον Αμερικανικό φασισμό και ο Τραμπ επέλεξε να του δώσει ηγεσία, παρόλο που το δικό του πολιτικό σχέδιο και τρόπος λειτουργίας δεν ήταν αρχικά φασιστικά, και παρά τη μηδαμινή υποστήριξη της επιχειρηματικής ελίτ σ’ αυτό το σχέδιο». Η πρόκληση για τη ριζοσπαστική και επαναστατική αριστερά -όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά διεθνώς- είναι πώς να αντιπαρατεθεί σ’ αυτήν την όλο και πιο επικίνδυνη και πιεστική απειλή. Η στρατηγική του Μέισον είναι η ενίσχυση των κατασταλτικών δυνατοτήτων του κράτους και η συμμαχία με το φιλελεύθερο κέντρο:

Μπορώ να αντιληφθώ τη λενινιστική θέση: το κράτος είναι βραχίονας της μπουρζουαζίας, θέλουμε να το τσακίσουμε. Αλλά τον 20ο αιώνα, αντιμέτωπα με το φασισμό, που έπεσαν θύμα του, ανακάλυψαν ότι: α) η αντιφασιστική βία δεν αρκεί -δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη φασιστική βία με τον επιθετικό, ευέλικτο ασταθή χαρακτήρα της, β) χρειάζεται να στραφείς στο κράτος για να υπερασπιστείς τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου… Είσαι αντιμέτωπος με την αστική τάξη. Είτε υιοθετείς μια στρατηγική ανατροπής της οπότε καλή τύχη με τους 75 εκατομμύρια ένοπλους ψηφοφόρους του Τραμπ, είτε αντιλαμβάνεσαι τη διαίρεση στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, χρησιμοποιείς το χώρο της δημοκρατίας που επιτρέπει στην αριστερά και το εργατικό κίνημα να κινητοποιείται, κι έτσι μπορείς να υπερασπιστείς τα κεκτημένα…

Η Χάνα Άρεντ περιέγραψε το φασισμό ως μια «πρόσκαιρη συμμαχία της ελίτ με τον όχλο». Αυτό ακριβές συνέβη στις 6 Ιανουαρίου… Το μάθημα της Ευρώπης της δεκαετίας του 1930 είναι ότι ο μόνος τρόπος για να ηττηθεί η συμμαχία της ελίτ με τον όχλο είναι μια προσωρινή συμμαχία του κέντρου με την αριστερά. Κι ότι όταν αυτό συμβαίνει, όπως στη Γαλλία και την Ισπανία, από το 1934 ως το 1936, δεν κερδίζεις μόνο τις εκλογές, αλλά δημιουργείς και μια μαζική λαϊκή αντιφασιστική κουλτούρα.

Όσο διαφωτιστικά κι αν είναι τα γραπτά του Μέισον, αυτή παραμένει μια καταστροφικά λανθασμένη στρατηγική. Πρώτα απ’ όλα, παρουσιάζει μια πλαστή διχοτομία. Και εν τέλει, μόνο μια σοσιαλιστική επανάσταση που θα βάλει τέλος στον καπιταλισμό μπορεί να εξαλείψει την απειλή του φασισμού. Παρ ‘όλα αυτά, φυσικά, στο εδώ και τώρα, θα πρέπει να «χρησιμοποιήσουμε τον χώρο που επιτρέπει η δημοκρατία». Στην κριτική του για την σταλινική πολιτική της «Τρίτη Περιόδου», που εξίσωνε το ρεφορμισμό με το φασισμό, ο Τρότσκι παραθέτει μια από τις πιο λαμπρές ενοράσεις με την έμφαση που δίνει στη σημασία για το εργατικό κίνημα της υπεράσπισης αυτού του χώρου:

Κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών, οι εργαζόμενοι έχτισαν μέσα στην αστική δημοκρατία, χρησιμοποιώντας την και πολεμώντας την, τα δικά τους προπύργια και βάσεις προλεταριακής δημοκρατίας: τα συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα, τα μορφωτικά και αθλητικά σωματεία, τους συνεταιρισμούς και ούτω καθεξής. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να κατακτήσει την εξουσία κινούμενο εντός των αυστηρών ορίων της αστικής δημοκρατίας, αλλά μόνο παίρνοντας το δρόμο της επανάστασης: αυτό έχει αποδειχθεί τόσο από τη θεωρία όσο και από την εμπειρία. Και αυτά τα προπύργια της εργατικής δημοκρατίας μέσα στο αστικό κράτος είναι απολύτως απαραίτητα για να χαράξουμε τον επαναστατικό δρόμο.

Παρά τους μετασχηματισμούς στη ζωή της εργατικής τάξης στον προηγμένο καπιταλισμό από τη δεκαετία του 1930 και μετά, η υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας παραμένει κάτι το απολύτως απαραίτητο, για τους λόγους που δίνει ο Τρότσκι. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι αυτό απαιτεί τη χρήση των μεθόδων ταξικής πάλης και όχι της ταξικής συνεργασίας. Η στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου, που υιοθετήθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή το 1935, μετά την καταστροφική αποτυχία της προηγούμενης πολιτικής της στη Γερμανία, ισοδυναμούσε με συμμαχία μεταξύ του εργατικού κινήματος και της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Αυτή είναι η ουσία της προσέγγισης που υποστηρίζει ο Μέισον και θα οδηγούσε επίσης σε καταστροφή, όπως συνέβη και τη δεκαετία του 1930.

Για να δούμε το γιατί, ας επιστρέψουμε στις 6 Φεβρουαρίου 1934 στο Παρίσι. Η νίκη των ακροδεξιών στον εξαναγκασμό του Νταλαντιέ σε παραίτηση προκάλεσε μια πιο ισχυρή αντίδραση της αριστεράς. Στην έγκυρη μελέτη τους για τις 6 Φεβρουαρίου, ο Μπράιαν Τζένκινς και ο Κρις Μίλιγκτον γράφουν:

Τα Κομμουνιστικά και Σοσιαλιστικά Κόμματα κατήγγειλαν αμέσως τη δράση των ακροδεξιών ως απόπειρα φασιστικού πραξικοπήματος. Στις 9 Φεβρουαρίου, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε μια διαδήλωση ως αντίποινα, κατά τη διάρκεια της οποίας τέσσερις άνδρες σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία… Ωστόσο, στις 12 Φεβρουαρίου ήρθε η ώρα της αλήθειας για την αριστερά. Εκείνη τη μέρα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το εργατικό συνδικάτο CGT κήρυξαν γενική απεργία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε προγραμματίσει να συμμετάσχει σ’ αυτήν τη δράση. Αντίθετα, συνέχισε να καταδικάζει το Σοσιαλιστικό Κόμμα ως συνένοχο στη δολοφονία των εργαζομένων στις 9 Φεβρουαρίου. Ωστόσο, το κόμμα δεν μπορούσε να εμποδίσει τα μέλη του να αναμειχθούν αυθόρμητα με τα μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος στους δρόμους του Παρισιού. Αυτή η επίδειξη ενότητας στη βάση φούντωσε τις ελπίδες για έναν πολιτικό συνασπισμό. Η επίσημη συνεργασία δεν ήρθε και τόσο πρόθυμα. Ωστόσο, μέχρι τον Ιούλιο του 1934, τα Σοσιαλιστικά και τα Κομμουνιστικά Κόμματα είχαν σχηματίσει μια επίσημη συμμαχία ενάντια στον φασισμό, τη Λαϊκή Συσπείρωση (Rassemblement Populaire). Τον επόμενο χρόνο, ο συνασπισμός επεκτάθηκε συμπεριλαμβάνοντας και το Ριζοσπαστικό Κόμμα. Αυτό το «Λαϊκό Μέτωπο» γνώρισε εκλογική επιτυχία τον Ιούνιο του 1936, όταν ο Λεόν Μπλουμ έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός της Γαλλίας προερχόμενος από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Έτσι, η 6η Φεβρουαρίου οδήγησε σε περαιτέρω πόλωση, και στα δεξιά και στα αριστερά, στο ξεκίνημα αυτού που ο Πάξτον αποκαλεί «εικονικό Γαλλικό Εμφύλιο Πόλεμο των μέσων της δεκαετίας του 1930». Αλλά όσον αφορά το άμεσο, οι Τζένκινς και Μίλιγκτον τονίζουν ότι «η ενωμένη διαδήλωση Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος της 12ης Φεβρουαρίου 1934 ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή της 6ης Φεβρουαρίου και, επιπλέον, βρήκε μεγαλύτερη απήχηση σε όλη τη Γαλλία… Ένα κύμα αλληλεγγύης σάρωσε τη χώρα και υπήρξαν διαδηλώσεις και απεργίες σε 346 σημεία της χώρας». Η ενότητα επιβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ηγεσίες του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος με την πίεση από κάτω (πράγματι, η ομάδα βετεράνων του Κομμουνιστικού Πολέμου είχε πάρει μέρος στην πορεία της 6ης Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τη γραμμή της «Τρίτης Περιόδου»).

Ωστόσο, η επέκταση της Λαϊκής Συσπείρωσης για να συμπεριλάβει τους Ριζοσπάστες και ο σχηματισμός του Λαϊκού Μετώπου δεν ήταν η φυσική κορύφωση αυτής της διαδικασίας, όπως υπονοεί ο Μέισον. Οι Σοσιαλιστές και οι Κομμουνιστές ήταν εργατικά και κατ ‘όνομα Μαρξιστικά κόμματα. Οι Ριζοσπάστες, όμως, ήταν το κυρίαρχο κόμμα της Τρίτης Δημοκρατίας. Ο Τρότσκι τους περιγράφει ως «εκείνο το πολιτικό όργανο της μεγαλοαστικής τάξης που είναι καλύτερα προσαρμοσμένο στις παραδόσεις και τις προκαταλήψεις της μικροαστικής τάξης». Η συμμαχία με τους Ριζοσπάστες σήμαινε στην πράξη την υποταγή των συμφερόντων της εργατικής τάξης σε αυτά του Γαλλικού κεφαλαίου.

Αυτό έγινε ορατό το Μάιο-Ιούνιο του 1936, όταν η εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου προκάλεσε ένα κύμα μαζικών απεργιών και καταλήψεων εργοστασίων. Πρόθυμη να καθησυχάσει τις πανικόβλητες χρηματοπιστωτικές αγορές, η νέα κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στον τερματισμό των απεργιών. με τις Συμφωνίες του Ματινιόν, πρόσφεραν σημαντικές παραχωρήσεις, κυρίως αύξηση μισθού 12% και πληρωμένη ετήσια άδεια δύο βδομάδων. Όμως, το αποτέλεσμα ήταν η αδρανοποίηση των εργαζόμενων, την ώρα που η νέα κυβέρνηση πάλευε με την αμείλικτη διαφυγή κεφαλαίων, την υποτίμηση του φράγκου και τον αυξανόμενο πληθωρισμό που υπονόμευε τα κατακτήσεις του Ιούνη του 1936. Η κυβέρνηση Μπλουμ άντεξε ένα χρόνο.

Κατά ειρωνικό τρόπο ήταν ο Νταλαντιέ, το πολιτικό θύμα της 6ης Φεβρουαρίου, που τελικά έθαψε το Λαϊκό Μέτωπο, αντικαθιστώντας την, πολύ βραχύβια, δεύτερη κυβέρνηση Μπλουμ τον Απρίλιο του 1938 με έναν κεντροδεξιό συνασπισμό. Έχοντας παραχωρηθεί σ’ αυτόν το δικαίωμα διακυβέρνησης με διάταγμα που το Κοινοβούλιο αρνήθηκε τον Μπλουμ, ο Νταλαντιέ ακολούθησε με διάφορους τρόπους την πορεία του Ντουμέργκ. Υπέγραψε τη συμφωνία του Μονάχου με το Χίτλερ το Σεπτέμβριο του 1938, συνέτριψε μια γενική απεργία τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου και έθεσε εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα τον Αύγουστο του 1939. Όπως συμβαίνει συχνά, δίνοντας μεγαλύτερες εκτελεστικές εξουσίες στο κράτος, σφυρηλάτησε νέα όπλα που θα χρησιμοποιούνταν εναντίον της αριστεράς. Οι Τζένκινς και Μίλιγκτον παρατηρούν:

Αναμφισβήτητα, κατά τη διάρκεια του 1938, η γαλλική αριστερά γνώρισε μια παρόμοια συντριπτική ήττα [μ’ αυτήν που υπέστη η γερμανική εργατική τάξη πριν ο Χίτλερ καταλάβει την εξουσία]. Οι ελπίδες και η ενεργητικότητα που διέγειρε το κίνημα του Λαϊκού Μετώπου είχαν διαλυθεί, τα επιτεύγματά του ανατράπηκαν και τη θέση τους πήρε μια πικρή συντηρητική αντίδραση. Η δικτατορία του Νταλαντιέ, που τροφοδοτήθηκε από τον φαρμακερό αντικομμουνισμό και αφορούσε την εκτεταμένη χρήση κυβερνητικών διαταγμάτων, γίνονταν όλο και πιο συντηρητική και αυταρχική. Το ίδιο το Ριζοσπαστικό Κόμμα μετακινήθηκε με παρόμοιο τρόπο προς τα δεξιά, υιοθετώντας αντισημιτικές και κοινωνικά οπισθοδρομικές θέσεις που έθεσαν υπό αμφισβήτηση στην ιδέα ότι αποτελούσε μια από τις βασικές άμυνες της Δημοκρατίας απέναντι στο φασισμό.

Και τελικά, ήταν το γερμανικό blitzkrieg του Μαΐου-Ιουνίου 1940 που κατέστρεψε την Τρίτη Δημοκρατία, και όχι η γαλλική ακροδεξιά. Στις 10 Ιουλίου 1940, το κοινοβούλιο του Λαϊκού Μετώπου ψήφισε υπέρ της παραχώρησης όλης της εξουσίας στον στρατάρχη Φιλίπ Πετέν, του οποίου το καθεστώς θα συνεργαζόταν με ενθουσιασμό με τους Ναζί και θα συμμετείχε στο Ολοκαύτωμα. Ο φιλελεύθερος δημοσιογράφος Ουίλιαμ Σίρερ γράφει ότι η ψηφοφορία «ήταν συντριπτική: 569 ‘υπέρ’, 80 ‘κατά’ και 17 ‘απών’. Η πλειοψηφία των Σοσιαλιστών και του Ριζοσπαστικού Κόμματος, των δύο κομμάτων που υπήρξαν το στήριγμα της Δημοκρατίας για δύο γενιές, ενώθηκαν με την πλειοψηφία των συντηρητικών για να διευρύνουν την πλειοψηφία του ‘Ναι’».

Έτσι, η εμπειρία της Γαλλίας τη δεκαετία του 1930 κάθε άλλο παρά αποτελεί επιχείρημα υπέρ του ότι «μια προσωρινή συμμαχία του κέντρου και της αριστεράς» είναι ο τρόπος για να νικήσουμε τον φασισμό. Το κέντρο όχι μόνο δεν αντιστάθηκε: πρόδωσε. Αυτή η ιστορική εκτίμηση ενισχύεται ακόμα περισσότερο αν αναλογιστούμε τη φύση του σύγχρονου «ακραίου κέντρου». Οι κυριότεροι πολιτικοί εκπρόσωποί του είναι οι Χίλαρι Κλίντον, Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν, Τόνι Μπλερ, Γκόρντον Μπράουν, Ντέιβιντ Κάμερον, Άνγκελα Μέρκελ, Εμμανουέλ Μακρόν, Ματέο Ρέντσι. Αυτοί είναι οι διαχειριστές της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης τάξης. Και η δική τους αποτυχία είναι η πηγή της παρούσας κρίσης. Το να συμμαχήσουμε με τους ομοίους τους σημαίνει να κάνουμε ακόμα ευκολότερο από ό, τι είναι ήδη το να εμφανίζεται η ακροδεξιά ως ο πραγματικός φορέας αμφισβήτησης του status quo.

Ποια είναι λοιπόν η εναλλακτική; Ο Μέισον γράφει: «Η αντιφασιστική βία δεν αρκεί». Ωστόσο, είναι λάθος να το θέσουμε μ’ αυτούς τους όρους, οι οποίοι συνεπάγονται μια απλή επιλογή μεταξύ του Λαϊκομετωπισμού και του να βασιζόμαστε σε μικρές ομάδες αντιφασιστών μαχητών του δρόμου. Υπάρχει μια άλλη εναλλακτική -η μαζική κινητοποίηση για να σταματήσουμε την οργάνωση και τις πορείες των φασιστών. Αυτό είναι το μάθημα του αγώνα ενάντια στη Βρετανική Ένωση Φασιστών τη δεκαετία του 1930, του Αντιναζιστικού Συνδέσμου (ANL) τη δεκαετία του 1970 και των πιο πρόσφατων αγώνων ενάντια στο Βρετανικό Εθνικό Κόμμα (BNP), του Αγγλικού Αμυντικού Συνδέσμου (EDL) και τις Συμμαχίες των Νεαρών Ποδοσφαιρόφιλων (FLA).

Η οικοδόμηση ενός μαζικού αντιφασιστικού κινήματος απαιτεί, όπως υποστηρίζει ο Τρότσκι, όχι ένα Λαϊκό Μέτωπο, αλλά ένα ενιαίο μέτωπο -με άλλα λόγια, να συγκεντρωθούν οι διαφορετικές πολιτικές τάσεις της αριστεράς, ρεφορμιστικής και επαναστατικής, και των εργατικών οργανώσεων γενικότερα και να κινητοποιηθούν ενάντια στους φασίστες. Αυτό δεν είναι καθόλου απλό, κυρίως γιατί η συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία ανοίγει μια γέφυρα προς το «ακραίο κέντρο». Επιπλέον, οι ρεφορμιστές είναι πιο πιθανό να ζητήσουν υποστήριξη από το κράτος, το οποίο, όπως δείχνει η εμπειρία της δεκαετίας του 1930, θα χρησιμοποιήσει τις ενισχυμένες εξουσίες του εναντίον της αριστεράς. Ωστόσο, χωρίς τη συμμετοχή σοβαρών ρεφορμιστικών δυνάμεων, η ικανότητα των αντιφασιστών να φτάσουν βαθιά στις ζωές των εργαζομένων και τις οργανώσεις τους είναι μοιραία περιορισμένη.

Ο τρόπος λοιπόν για να νικήσουμε τους φασίστες είναι να κινητοποιηθούμε εναντίον τους από τα κάτω με βάση ένα ενιαίο μέτωπο της αριστεράς. Ωστόσο, η ανάλυση που προτείνεται σ’ αυτό το άρθρο δίνει έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ κρίσης, επανάστασης και αντεπανάστασης, που οδήγησε στην άνοδο της ακροδεξιάς τόσο κατά το Μεσοπόλεμο όσο και σήμερα. Τα μαζικά κινήματα που ανταποκρίθηκαν στην αποσύνθεση του νεοφιλελευθερισμού συνέβαλαν στην πρόκληση της αντίδρασης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά εκφράζουν επίσης και τη δύναμη να μπορεί να νικήσει την ακροδεξιά. Η εποχή της καταστροφής είναι επίσης, όπως είδαμε, και εποχή εξεγέρσεων. Υπήρξαν σημαντικές νίκες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της πανδημίας -η φυλάκιση των ηγετών της φασιστικής Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα και η ανατροπή του πραξικοπήματος της Βολιβίας.

Οι διαδηλώσεις του κινήματος Black Lives Matter δείχνουν ότι ο αντιρατσισμός έχει γίνει μια δύναμη που κινητοποιεί φτάνοντας πολύ πέρα ​​από τη μαύρη κοινότητα ή ακόμη κι από τις ΗΠΑ. Υπολογίζοντας ότι μόλις 800 άτομα εισέβαλαν στην πραγματικότητα στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, ο Αφροαμερικανός μαρξιστής Όγκαστ Νιμτζ επικρίνει τους φιλελεύθερους για:

Την υπερβολική σημασία που δίνουν σε δράσεις τόσο λίγων ανθρώπων… μεγαλύτερη και περισσότεροι απ’ όση έδωσαν στα κάπου 25 εκατομμύρια κάθε χρώματος δέρματος και κάθε πιθανής ταυτότητας που βγήκαν στους δρόμους την περασμένη άνοιξη και καλοκαίρι, εν μέσω Covid-19, σε κάθε Αμερικάνικη γωνιά και χαραμάδα για να διαμαρτυρηθούν για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Το έτος 2020, παρά την πανδημία, δεν ήταν το ναδίρ του είδους μας, όπως θα ήθελαν να πιστεύουμε κάποιοι που έχουν γίνει ένα με την καραντίνα της πανδημίας. Το ότι είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε οποιαδήποτε απ’ αυτές τις δράσεις ήταν κυριολεκτικά μια ανάσα για μένα.

Αυτού του είδους τα κινήματα μπορούν να κόψουν τα πόδια των φασιστών δημιουργώντας μια προοδευτική και δημοκρατική εναλλακτική στον νεοφιλελεύθερο ιμπεριαλισμό. Η δύναμη που θα σαρώσει την ακροδεξιά μόλις που έχει αρχίσει να αναβλύζει. Αν πραγματικά μπει σε κίνηση, θα γίνει πολύ πιο απειλητική απ’ ότι ήταν για την τελευταία γενιά των μικρών Χίτλερ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε