20 χρόνια Ισλαμοφοβίας και «Πολέμου κατά της τρομοκρατίας»

Η εφημερίδα Socialist Worker αναλύει την καταστροφή που προκλήθηκε από δύο δεκαετίες πολέμων, σηκώνει το πέπλο συγκάλυψης των βασανιστηρίων που τις συνόδευαν και εκθέτει την Ισλαμοφοβία που χρησιμοποιήθηκε για να τα δικαιολογήσει όλα αυτά

Ο «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» -που κηρύχθηκε πριν από 20 χρόνια- ήτανε καταστροφικός για τους ανθρώπους όλης της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας.

Οι ΗΠΑ ισχυρίστηκαν ότι ήταν αντίποινα για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Στην πραγματικότητα, η σκόπιμη συντριβή των τεσσάρων αεροπλάνων ήταν η βολική δικαιολογία για τις επιθέσεις του προέδρου Μπους.

Η Δύση εισέβαλε σε μια σειρά χώρες με πρόσχημα την προστασία της Αμερικανικής πατρίδας και την αποκατάσταση της σταθερότητας σε όλο τον κόσμο.

Ο Μπους διατράνωνε ότι οι ΗΠΑ θα συντρίψουν τον Οσάμα μπιν Λάντεν και την οργάνωσή του, την Αλ Κάιντα, μαζί με τους Ταλιμπάν και άλλα δίκτυα «τρομοκρατών».

Ο πόλεμος εκτείνεται στη διάρκεια των θητειών τεσσάρων Αμερικανών προέδρων, από τον Μπους μέχρι τον Μπαράκ Ομπάμα, τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Τζο Μπάιντεν. Η εξωτερική πολιτική της κάθε διοίκησης ασκούνταν με διαφορετικές τακτικές, αλλά ήταν σημείο συνάντησης όλου του πολιτικού φάσματος.

Και παρόλο που οι εισβολές των πρώτων χρόνων περιγράφηκαν ως μια διεστραμμένη και έξαλλη επίθεση του Μπους, αυτές επί 20 χρόνια αποτέλεσαν τον συνδετικό κρίκο των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης των ΗΠΑ. Οι πόλεμοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου έχουν εκτοπίσει τουλάχιστον 59 εκατομμύρια ανθρώπους στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη, τη Συρία, την Υεμένη, τη Σομαλία και τις Φιλιππίνες. Και ο πραγματικός αριθμός των θανάτων αμάχων δεν θα γίνει ποτέ γνωστός -εκτιμάται από εκατοντάδες χιλιάδες ως εκατομμύρια.

Η καταστροφή είναι ανυπολόγιστη -και βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Μόνο από το 2018 ως το 2020 οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν αποστολές σε 85 χώρες, συμπεριλαμβανομένων εναέριων βομβαρδισμών και χερσαίων επιχειρήσεων.

Ο στόχος του πολέμου ήταν η επέκταση της Αμερικάνικης κυριαρχίας διεθνώς, καθώς η οικονομική της ισχύ έμοιαζε όλο και πιο αβέβαιη. Η σταθερότητα και ο έλεγχος της Μέσης Ανατολής είναι επίσης σημαντικός για τα πετρελαϊκά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Η «Επιχείρηση Διαρκής Ελευθερία»  -το όνομα που χρησιμοποίησε ο Μπους για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν- ήταν η πρώτη εισβολή της εκστρατείας.

Ακόμη και πριν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, το καθεστώς Μπους είχε αποφασίσει να δώσει τελεσίγραφο στο Αφγανιστάν -ή μας παραδίνετε τον μπιν Λάντεν ή εξαπολύουμε επίθεση. Ο Μπους σύντομα βρήκε το πρόσχημα που έψαχνε για την εισβολή.

Αλλά το χάος στο Αφγανιστάν και η ήττα στο Ιράκ μαρτυρούν ότι ο «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» ήταν μια παταγώδης αποτυχία για τις ΗΠΑ.

Δεν είναι μόνο ότι ο στρατός της -ο μεγαλύτερος του κόσμου- υπέστη αλλεπάλληλες ήττες, αλλά και ότι ο Αμερικάνικος παρεμβατισμός στην πραγματικότητα το μόνο που κατάφερε ήταν να προκαλέσει περισσότερο τρόμο. Η καταστροφή που έσπειραν οι πόλεμοι των ΗΠΑ, έστρωσε το δρόμο για την ανάπτυξη νέων τρομοκρατικών ομάδων, όπως το ISIS. Το μίσος που φούντωνε ενάντια στις ΗΠΑ έκανε πιο πρόσφορο το έδαφος για τις τρομοκρατικές ομάδες.

Ο «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» οδήγησε σε μαζική αντίσταση σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Σε κάποιες χώρες το αντιπολεμικό κίνημα αντιστάθηκε στις ΗΠΑ, στους συμμάχους τους και στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για δύο δεκαετίες.

Ο σπόρος του μελλοντικού πολέμου στη Συρία φυτεύτηκε με την εισβολή στο Ιράκ

Ο πόλεμος στο Ιράκ ξεκίνησε με ανελέητους βομβαρδισμούς και με την απόβαση χερσαίων και εναέριων δυνάμεων.

Ο Τζορτζ Μπους προειδοποίησε για τις «σοβαρές συνέπειες» που θα υφίστατο το Ιράκ για κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής. Αυτό ήταν εξολοκλήρου μια επινόηση για την εξυπηρέτηση των στόχων του ίδιου και του πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ.

Ο Μπους και ο Μπλερ χρειάστηκε να επικαλεστούν πλαστά στοιχεία για να δικαιολογήσουν την εισβολή στο Ιράκ.

Στις 21 Μαρτίου 2003 αποβιβάστηκαν τα πρώτα στρατεύματα και μέχρι τον Απρίλιο η πρωτεύουσα Βαγδάτη έπεσε στα χέρια των ΗΠΑ με την πτώση της κυβέρνησης Χουσεΐν.

Μέχρι το 2004, οι ΗΠΑ μεταβίβασαν την εξουσία σε μια νέα κυβέρνηση-μαριονέτα, βασισμένη στις γραμμές του σεχταρισμού. Αλλά η εισβολή είχε καταστρέψει τις υποδομές του Ιράκ, αφήνοντας τους απλούς ανθρώπους να υποφέρουν.

Από την αρχή οι δυνάμεις κατοχής των Δυτικών αντιμετώπισαν αντίσταση κι εξεγέρσεις -και εμφύλιο πόλεμο το 2006. Από το Μάρτιο του 2003 ως το Μάρτιο του 2005, οι ΗΠΑ ήταν υπεύθυνες για το 37 % των 24.865 αμάχων που σκοτώθηκαν -το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης από οποιασδήποτε άλλης δύναμης.

Χάρη στον «Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας», το 2008 η ανθρωπιστική κατάσταση του Ιράκ ήταν από τις πιο κρίσιμες στον κόσμο με εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν πρόσβαση σε ανεπαρκή και κακής ποιότητας αποθέματα νερού.

Τα αμερικανικά στρατεύματα αποχώρησαν το 2011, αλλά επέστρεψαν μόλις τρία χρόνια αργότερα για να εξαπολύσουν αεροπορικές επιδρομές εναντίον του ISIS που είχε εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της αντίστασης. Απ’ το 2017, μερικές χιλιάδες στρατιώτες έχουν παραμείνει στο Ιράκ.

Περίπου 11 εκατομμύρια Ιρακινοί χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια και ο πόλεμος έχει δημιουργήσει δύο εκατομμύρια πρόσφυγες.

Το αποτέλεσμα της συντριβής της αντίστασης στο Ιράκ παρήγαγε άμεσα την άνοδο του ISIS στο βόρειο Ιράκ και τη Συρία.

Στο μεγαλύτερο μέρος του «Πολέμου Κατά της Τρομοκρατίας», η Συρία ήταν εχθρός της Δύσης.

Ωστόσο, έστειλε εκεί κρατούμενους για να βασανιστούν. Οι προσπάθειες του Συριακού καθεστώτος να συντρίψει την επανάσταση που ξεκίνησε το 2011 μετέτρεψαν την εξέγερση σε εμφύλιο πόλεμο -τον οποίο εισήγαγε το ISIS από το Ιράκ.

Η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία έστελναν χρήματα στους αντάρτες.

Καθώς το χάος επιδεινώνονταν, το ISIS και η Αλ Κάιντα μπήκαν στη μάχη εναντίον των ανταρτών και της κυβέρνησης. Ύστερα, οι ΗΠΑ έριξαν τις βόμβες τους.

Οι ΗΠΑ αναμίχθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία για να ανατρέψουν το ISIS το Σεπτέμβριο του 2014 -13 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Το Πεντάγωνο έχει παραδεχθεί ότι οι κανόνες αποφυγής απωλειών αμάχων είναι πιο χαλαροί στη Συρία απ’ οπουδήποτε αλλού. Και παρείχε πλαστά στοιχεία για να αποκρύψει τον πραγματικό αριθμό των θανάτων αμάχων.

Μερικές από τις χειρότερες απώλειες αμάχων περιλάμβαναν μια συμμαχική αεροπορική επιδρομή τον Ιούλιο του 2016 που σκότωσε 56 πολίτες, συμπεριλαμβανομένων 11 παιδιών.

Ένας άλλος αεροπορικός βομβαρδισμός το Μάρτιο του 2017 σκότωσε 46 και τραυμάτισε περισσότερους από 100, αφού τα αεροπλάνα έπληξαν ένα τζαμί. Τον Ιούνιο του 2018 μια αεροπορική επιδρομή σκότωσε 70 πολίτες, κυρίως γυναίκες και παιδιά, συμπεριλαμβανομένων 39 μελών της ίδιας  διευρυμένης οικογένειας.

Μέχρι τον Απρίλιο του 2021 εκτιμάται ότι 8.311 ως 13.188 άμαχοι σκοτώθηκαν από αεροπορικές επιδρομές υπό την ηγεσία ή την υποστήριξη των ΗΠΑ. Ο απολογισμός των ίδιων των ΗΠΑ κάνει λόγο για μόλις 1.410 νεκρούς αμάχους.

Και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία συνεχίζονται.

Πώς ο «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» απλώθηκε σε όλη τη Μέση Ανατολή κι ακόμα παραπέρα

Η Υεμένη έχει υποφέρει πάρα πολύ από τον «Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας». Τον Ιανουάριο του 2009, τα τμήματα της Αλ Κάιντα της Σαουδικής Αραβίας και της Υεμένης συγχωνεύθηκαν.

Έτσι, στις 24 Δεκεμβρίου 2009, οι ΗΠΑ άρχισαν επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη -προκαλώντας τον δικό τους τρόμο στους Υεμένιους.

Αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη εκτόξευσαν πυραύλους Κρουζ σε υποτιθέμενα στρατόπεδα εκπαίδευσης της Αλ Κάιντα στην Υεμένη.

Στην πραγματικότητα όμως, χτύπησαν ένα χωριό, σκοτώνοντας περισσότερους από 60 αμάχους, ανάμεσά τους 28 παιδιά. Οι ΗΠΑ συνέχισαν με μια ακόμα σειρά επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Το 2014, οι μαχητές του κινήματος Χούτι εκδίωξαν τον Πρόεδρο αλ Χαντί που υποστηριζόταν από τη Σαουδική Αραβία. Η Σαουδική Αραβία εισέβαλε, απέκλεισε και βομβαρδίζει την Υεμένη από το 2015 -ένας φριχτός πόλεμος που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η Υεμένη αντιμετωπίζει τώρα τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση του πλανήτη -με το 80 % του πληθυσμού να χρειάζεται βοήθεια. Πάνω από δύο εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών υποφέρουν από οξύ υποσιτισμό. Οι ΗΠΑ και η Βρετανία εξόπλισαν και υποστήριξαν την επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας.

Αμερικανικές και βρετανικές ναυτικές δυνάμεις και βρετανικές αεροπορικές δυνάμεις επιτέθηκαν επίσης στη Λιβύη επί κυβέρνησης Μουαμάρ Καντάφι το 2011.

Η Δύση είχε δαιμονοποιήσει τον Γκάνταφι για ένα διάστημα, μετά έκανε συμφωνίες μαζί του και μετά τον ξαναέκανε εχθρό.

Η δικαιολογία ήταν ο «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» -η πραγματικότητα ήταν ότι ο πόλεμος χρησιμοποιήθηκε σαν δικαιολογία για να εισβάλουν σε άλλα κράτη που θα μπορούσαν να τείνουν προς τρομοκρατικά καθεστώτα.

Η αμερικανική επέμβαση ήταν γεμάτη υποκρισία, όπως και η Βρετανική και Αμερικάνικη λεγόμενη «ευθύνη για την προστασία» του Λιβυκού λαού.

Μετά την εισβολή για την απομάκρυνση του Καντάφι, οι αμερικανικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη Λιβύη και επέστρεψαν ξανά το 2015 με αεροπορικές επιδρομές εναντίον του ISIS.

Η Δύση χρησιμοποίησε βάρβαρα μέτρα για να επιβάλει το φόβο

Το βράδυ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο Τζορτζ Μπους είπε στον Ρίτσαρντ Κλαρκ, τον επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής των ΗΠΑ, «Όλα είναι διαθέσιμα για τις επιδιώξεις αυτού του πολέμου. Όποιος μπει εμπόδιο στο δρόμο σας, έχει φύγει. Δε με νοιάζει τι λένε οι διεθνείς δικηγόροι, θα κόψουμε κώλους».

Στις 17 Σεπτεμβρίου ο Μπους υπέγραψε μια οδηγία που έδινε στη CIA την εξουσία να φυλακίζει κρυφά κρατούμενους. Αυτοί αποκαλούνταν κρατούμενοι με αιτία.

Εφόσον η 11η Σεπτεμβρίου αντιμετωπίστηκε σαν πολεμική πράξη, οι ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να μην ακολουθήσουν τους κανόνες μεταχείρισης των κρατουμένων.

Οι κορυφαίοι δικηγόροι της CIA εξέταζαν τη νομιμότητα των βασανιστηρίων, γράφοντας ότι «το ισραηλινό παράδειγμα» θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως «μια πιθανή βάση για να υποστηριχθεί ότι τα βασανιστήρια ήταν αναγκαία για την αποτροπή μιας επικείμενης, σημαντικής, σωματικής βλάβης σε άτομα».

Οι πρώτοι κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί στο Αφγανιστάν ήταν αθώοι και είχαν πουληθεί στη CIA έναντι χρηματικής αμοιβής.

Στα πρώτα πέντε χρόνια της κατοχής, περίπου 83.000 άνθρωποι φυλακίστηκαν από τις Αμερικανικές δυνάμεις -το 93 % αιχμαλωτίστηκαν από τοπικές πολιτοφυλακές και ανταλλάχθηκαν με πληρωμές αμοιβών από τις ΗΠΑ.

Όταν ο πόλεμος επεκτάθηκε στο Ιράκ, άλλοι 100.000 άνθρωποι κρατήθηκαν. Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμό, ηλεκτροσόκ, έκθεση σε ακραίο ψύχος, κρέμασμα στο ταβάνι από τα χέρια, σεξουαλικό εξευτελισμό, κουκούλωμα, στέρηση ύπνου, βομβαρδισμό με λευκό θόρυβο και πνιγμό σε κουβά με νερό.

Το 2002 το πρόγραμμα βασανιστηρίων οργανώθηκε καλύτερα και υπογράφηκε ένα «ενισχυμένο πρόγραμμα ανάκρισης».

Ένας αξιωματικός της CIA περιγράφοντας το Γκουαντάναμο Μπέι επεσήμανε: «Αυτό είναι το δελτίο τύπου. Αυτό θέλουν να δεις. Εδώ φέρνουν τις κάμερες ».

Ο Χαλέντ ελ Μάσρι, ένας πωλητής αυτοκινήτων, πιάστηκε κατά λάθος αντί ενός ύποπτου μέλους της Αλ Κάιντα με παρόμοιο όνομα. Συνελήφθη ενώ διέσχιζε τα σύνορα Σερβίας-Μακεδονίας με λεωφορείο. Η CIA τον ξεγύμνωσε, του πέρασε χειροπέδες και τον έβαλε σε ένα αεροσκάφος Boeing 737. Το 737 πέταξε για Βαγδάτη κι από κει στις μυστικές φυλακές Σολτ Πιτ, έξω από την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, Καμπούλ. Ο Μάσρι ήταν αλυσοδεμένος στο πάτωμα του τζετ και του είχαν κάνει ενέσεις με ηρεμιστικά. Αφέθηκε ελεύθερος μετά από βασανιστήρια τεσσάρων μηνών.

Το Αμερικανικό πλήρωμα της πτήσης τα πέρασε κάπως καλύτερα. Αφού το 737 παρέδωσε τον Μάσρι στη φυλακή του Αφγανιστάν, πέταξε για το νησιωτικό θέρετρο της Μαγιόρκα, όπου τα μέλη του πληρώματος έμειναν σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο για δύο νύχτες.

Το Σολτ Πιτ ήταν ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο τούβλων. Οι υπάλληλοι της CIA περιφέρονταν στους σκοτεινούς διαδρόμους με φακούς κεφαλής που σάρωναν τα σώματα των κρατουμένων που ήταν χειροπεδημένοι σε ράβδους πάνω από το ύψος του κεφαλιού τους. Οι περισσότεροι κρατούμενοι περνούσαν 22 ώρες τη μέρα σ’ αυτή τη στάση. Ένας είχε μείνει έτσι κρεμασμένος για 17 ημέρες.

Ο Γκουλ Ράχμαν πέθανε το Νοέμβριο του 2002 γυμνός από τη μέση και κάτω και αλυσοδεμένος χειροπόδαρα σ’ ένα τσιμεντένιο πάτωμα. Είχε παγώσει μέχρι θανάτου.

Ο αξιωματικός που είχε δώσει τη διαταγή έλαβε χρηματικό έπαθλο 2.500 δολαρίων για τη «συνέπεια» και τις «υψηλού επιπέδου υπηρεσίες» του. Ο Γκουλ καταγράφηκε αργότερα ως υπόθεση εσφαλμένης ταυτότητας.

Η φυλακή μεταφέρθηκε στην αεροπορική βάση του Μπαργκάμ κι έγινε ο κόμβος ενός τεράστιου δικτύου τόπων βασανιστηρίων.

Τουλάχιστον 50 φυλακές χρησιμοποιήθηκαν για να φυλακίζουν κρατούμενους σε 28 χώρες, συν τουλάχιστον 25 ακόμη φυλακές στο Αφγανιστάν και 20 στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν επίσης 17 πλοία ως πλωτές φυλακές για να κρατούν και να βασανίζουν ανθρώπους

Υπήρχαν περίπου 1.622 πτήσεις εντός και εκτός Βρετανίας με αεροσκάφη που χρησιμοποιήθηκαν ως πτήσεις έκδοσης και βασανιστηρίων μεταξύ 2001 και 2006.

Η εξωτερική ανάθεση κάποιων από τα βασανιστήρια ήταν χρήσιμη για τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Επέτρεπε στους πολιτικούς να αρνηθούν ότι είχαν την εποπτεία των βασανιστηρίων. Όπως και στις ΗΠΑ, οι υπουργοί της Βρετανικής κυβέρνησης όχι μόνο επέτρεπαν τα βασανιστήρια, αλλά τα ενθάρρυναν κιόλας.

Χιλιάδες υπέφεραν από αυτό το σύστημα. Βρετανοί στρατιώτες σκότωσαν τον Μπάχα Μούσα στο Ιράκ το 2003. Κρατήθηκε για ανακρίσεις μέρες σε κατάσταση στρες, στέρησης ύπνου, σκεπασμένος μια με ούρα μια με κρύο νερό και ξυλοκοπήθηκε επανειλημμένα.

Όσο για τις εικόνες της βιαιότητας των Αμερικανών στρατιωτών απέναντι στους 8.000 ανθρώπους που κρατούνταν στις φυλακές Άμπου Γκράιμπ στο Ιράκ, έδειξαν πόσο κεντρικής σημασίας ήταν τα βασανιστήρια στον πόλεμο του τρόμου από πάνω μέχρι κάτω.

Η υπεράσπιση του ιμπεριαλισμού έδενε την έκδοση και τα βασανιστήρια με την κατοχή. Οι στρατιώτες θα έκαναν τις πρώτες συλλήψεις. Στη συνέχεια, σ’ ένα αυστηρό σύστημα φιλτραρίσματος, αυτοί που πιστεύονταν ότι γνώριζαν κάτι, θα περνούσαν στον επόμενο κρίκο της αλυσίδας.

Τα βασανιστήρια, ως εργαλείο συλλογής πληροφοριών, ήταν άσκοπα. Αλλά σκοπός ήταν ο εκφοβισμός των κατεχόμενων πληθυσμών. Έδωσαν επίσης το έναυσμα για την αντίσταση και την παγκόσμια αντίθεση στον πόλεμο του τρόμου.

Η ιδεολογία του πολέμου δημιούργησε το νέο ρατσισμό της Ισλαμοφοβίας

Κάποιοι άνθρωποι ήταν ήδη απασχολημένοι με το να σκιαγραφούν τους Μουσουλμάνους ως τους νέους εχθρούς των ΗΠΑ αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1991.

Ο καθηγητής του Χάρβαρντ, Σάμουελ Χάντιγκτον, δημοσίευσε την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Η σύγκρουση των πολιτισμών το 1993 -σχεδόν μια δεκαετία πριν από την 11η Σεπτεμβρίου.

Στην τελική της μορφή ο Χάντινγκτον έγραφε: «Ο ιδανικός εχθρός για την Αμερική θα ήταν ιδεολογικά εχθρικός, φυλετικά και πολιτισμικά διαφορετικός και στρατιωτικά αρκετά ισχυρός για να αποτελέσει μια πιστευτή απειλή για την αμερικανική ασφάλεια».

Η διαχωριστική γραμμή στην Ευρώπη «μετακινήθηκε αρκετές εκατοντάδες μίλια ανατολικά. Είναι τώρα η γραμμή που χωρίζει τους λαούς του δυτικού χριστιανισμού… από τους Μουσουλμανικούς και Ορθόδοξους λαούς ».

Η «σύγκρουση» του Χάντινγκτον, και το ξεχώρισμα των Μουσουλμάνων, έγινε το φωτεινό παράδειγμα για τον «Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας» του προέδρου Τζορτζ Μπους και του πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ.

Μερικές φορές ο Μπλερ μιλούσε για τους «καλούς Μουσουλμάνους» -εκείνους που δέχονταν ότι ο πολιτισμός τους χρειαζόταν «εκσυγχρονισμό» για να ευθυγραμμιστεί με τη Δύση. Αλλά τις περισσότερες φορές μιλούσε για τους «κακούς Μουσουλμάνους» -εκείνους που αντιτάχθηκαν στους πολέμους του και δεν έβλεπαν την ανάγκη να προσαρμόσουν την πίστη τους έτσι ώστε να ταιριάζει με τη δική του συνταγή.

Σε γενικές γραμμές, ο Μπους και ο Μπλερ συμφωνούσαν ότι το Ισλάμ ήταν μονοσήμαντα «οπισθοδρομικό» και ασυμβίβαστο με τον σύγχρονο κόσμο.

Το καθήκον της διαφωτισμένης Δύσης ήταν, επομένως, να επιβάλει τις ανώτερες αξίες της παγκόσμια -με τη βία, αν αυτό κρίνονταν απαραίτητο. Ο Μπους χάραξε αυτή τη «Νέα Τάξη Πραγμάτων».

Η στοχοποίηση μουσουλμάνων στο εξωτερικό είχε επίσης βαθιές συνέπειες στο εσωτερικό.

Βοήθησε στην κατασκευή ενός «εσωτερικού εχθρού». Όλοι όσοι αντιτίθενται στους πολέμους της Δύσης, αλλά συγκεκριμένα σχεδόν όλοι οι Μουσουλμάνοι, εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία. Οι Μουσουλμάνοι έχασαν πολλά από τα δικαιώματα που οι άλλοι πολίτες μπορούσαν να απαιτούν.

Την Παρασκευή 2 Ιουνίου 2006 περίπου 250 αστυνομικοί έκαναν έφοδο σε ένα σπίτι στο Φόρεστ Γκέιτ, στο ανατολικό Λονδίνο, μετά από πληροφορία ότι το σπίτι ήταν «εργοστάσιο χημικών όπλων».

Ο Μοχάμεντ Αμπντούλ Κάχαρ, 23 ετών, πυροβολήθηκε και μαζί με τον αδελφό του, Αμπντούλ, συνελήφθησαν.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης γέμισαν με σκανδαλοθηρικά παραμύθια -που διέρρεαν από την αστυνομία- για βρώμικες βόμβες και τρομοκράτες που είχαν αναμιχθεί στην κοινότητα.

Ύστερα, στις 9 Ιουνίου, οι αδερφοί αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να τους αποδοθούν κατηγορίες.

Κανένας αξιωματικός δεν διώχθηκε για παράβαση καθηκόντων και κανείς δεν λογοδότησε για τον πυροβολισμό. Και για τα μέσα ενημέρωσης, μια ανειλικρινής συγγνώμη της Σκότλαντ Γιάρντ ήταν αρκετή για να κλείσει το θέμα.

Παρόμοιες ιστορίες αστυνομικών εφόδων σε σπίτια αθώων Μουσουλμάνων που θεωρήθηκαν ύποπτοι για τρομοκρατικά εγκλήματα επαναλήφθηκαν ξανά και ξανά. Ο βαθμός δυσπιστίας απέναντι στο κράτος που αναπτύχθηκε μεταξύ των Μουσουλμάνων στη Βρετανία είναι ευνόητος.

Κάποιοι θεώρησαν την Ισλαμοφοβία ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο των Χριστιανικών κοινωνιών που πήγαινε πίσω στις Σταυροφορίες του Μεσαίωνα. Άλλοι πίστευαν ότι ήταν μια περαστική φάση που θα τελείωνε όταν θα έσβηναν οι αναμνήσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Αλλά ο συγγραφέας Αρούν Κουντνάνι σωστά περιέγραφε την ισλαμοφοβία ως μια νέα μορφή «δομικού ρατσισμού».

Σημείωνε η προκατάληψη ζωντάνεψε από εκείνους που βρίσκονταν σε θέσεις εξουσίας, και ήταν τώρα βαθιά συνυφασμένη με το κράτος και τους νόμους του.

«Η σημασία της δεν έγκειται κυρίως στις μεμονωμένες προκαταλήψεις που δημιουργεί, αλλά στις ευρύτερες πολιτικές συνέπειές της», έγραφε.

Ήταν μια νέα μορφή ρατσισμού και καθοδηγούνταν απ’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνίας.

Το πρόγραμμα Prevent της κυβέρνησης, για παράδειγμα, στοχεύει στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της πολιτικής και θρησκευτικής «ριζοσπαστικοποίησης».

Λειτουργεί ταυτόχρονα και ως πηγή ρατσισμού, επειδή στοχοποιεί δυσανάλογα τους νεαρούς μουσουλμάνους και τους καταπιέζει, αλλά και ως ιδεολογική του ενδυνάμωση.

Δίνοντας εντολή σε όλους τους φορείς του δημόσιου τομέα το προσωπικό τους να αναφέρει τυχόν σημάδια ριζοσπαστικοποίησης, το Prevent κάνει δημοφιλή την ιδέα ότι οι Μουσουλμάνοι είναι εν δυνάμει τρομοκράτες.

Παρότι η Ισλαμοφοβία έπαιξε τρομερό ρόλο στην πυροδότηση του ρατσισμού, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν πέρασε χωρίς αμφισβήτηση.

Από τα εκατομμύρια που διαδήλωσαν ενάντια στον πόλεμο ως τις χιλιάδες που διαδήλωσαν ενάντια στους πυροβολισμούς της αστυνομίας στο Φόρεστ Γκέιτ, άνθρωποι όλων των προελεύσεων έχουν αγωνιστεί για να αποκρούσουν την Ισλαμοφοβία.

Όμως η δαιμονοποίηση των Μουσουλμάνων έσπειρε τον φόβο ότι το να πάρεις θέση πολιτικά και να ταχθείς ενάντια στον «Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας» μπορεί να σε βάλει στο στόχαστρο του κράτους.

Αυτό έκανε κάποιους που είχαν ενταχθεί στο κίνημα να υποχωρήσουν.

Αυτός ο φόβος εμπνεόμενος από το κράτος δεν κράτησε πολύ.

Δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί απ’ αυτούς που προσχώρησαν στο κίνημα Black Lives Matter πέρυσι επέκτειναν την αλληλεγγύη τους στους Παλαιστίνιους. Είναι τα θύματα του πιο οφθαλμοφανή αντιμουσουλμανικού ρατσισμού στον κόσμο.

Οι πρόσφατοι αγώνες ενάντια στην Ισλαμοφοβία δείχνουν ότι η ίδια η πάλη ενάντια στην καταπίεση έχει γίνει μια δύναμη που ενώνει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: