Η ιστορία του πρόσφυγα που βρέθηκε κατηγορούμενος για τον πνιγμό του 5χρονου γιου του στο Αιγαίο

Σ’ ένα πευκόφυτο λόφο πάνω από τα σπινθηροβόλα γαλάζια νερά του Αιγαίου αναπαύεται το νεκρό κορμί ενός αγοριού, μ’ ένα αρκουδάκι ακουμπισμένο στο μαρμάρινο μνήμα του. Το πρώτο του ταξίδι με βάρκα ήταν και το τελευταίο του -η θάλασσα τον κατάπιε πριν κλείσει τα έξι του χρόνια.

Το παιδί απ’ το Αφγανιστάν με τα μαλλιά καρφάκια μοιάζει να σε κοιτάει απ’ τη φωτογραφία στο μνήμα του μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. «Πνίγηκε σε ναυάγιο», λέει η επιγραφή. «Δεν ήτανε η θάλασσα, δεν ήτανε ο αέρας, ήταν οι πολιτικές και ο φόβος».

Αυτές οι μεταναστευτικές πολιτικές τίθενται τώρα υπό αμφισβήτηση στην υπόθεση του 25χρονου πατέρα, που πενθεί την απώλεια του μοναχογιού του. Συντετριμμένος καθώς ήταν, ο πατέρας βρέθηκε κιόλας κατηγορούμενος για έκθεση του παιδιού του σε κίνδυνο γιατί πήρε μαζί του το γιο του στο ριψοκίνδυνο ταξίδι από την Τουρκία στις ακτές της Σάμου. Αν καταδικαστεί μπορεί να μπει και 10 χρόνια φυλακή.

Οι κατηγορίες συνιστούν μια έντονη παρέκκλιση σε σχέση με τη μέχρι πρότινος μεταχείριση των μεταναστών επιζώντων ναυαγίων στην Ελλάδα. Πιστεύεται ότι είναι η πρώτη φορά που στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιζήσας γονιός αντιμετωπίζει κατηγορίες για το θάνατο του παιδιού του στην προσπάθεια να του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή.

Οι ελπίδες του πατέρα τσακίστηκαν μια κρύα νύχτα του Νοέμβρη στα βράχια της Σάμου, ενός γραφικού νησιού που φιλοξενεί το πιο υπερπλήρες στρατόπεδο προσφύγων.

«Χωρίς το παιδί μου δεν ξέρω πώς θα ζήσω», λέει ο νεαρός άνδρας κι η απαλή φωνή του σπάει καθώς ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό του. «Ήταν ό,τι μου είχε απομείνει στη ζωή. Σ’ αυτόν είχα εναποθέσει κάθε ελπίδα».

Τώρα, λέει, περνάει συχνά απ’ το μυαλό του ν’ αυτοκτονήσει. Ο πατέρας δέχθηκε να μιλήσει στο Associated Press με την προϋπόθεση να αναφέρονται μόνο τα αρχικά του Α.Ν. και να μη γίνει γνωστό το όνομα του παιδιού του.

Δεν είναι απολύτως σαφές γιατί οι ελληνικές αρχές προχώρησαν στην ακραία κίνηση να κατηγορήσουν αυτό τον άνδρα όταν τόσοι άλλοι άνθρωποι έχουν βρεθεί στη θέση του. Οι ακτιβιστές υποπτεύονται ότι η κίνηση μαρτυρά μια σκλήρυνση των ήδη αποτρεπτικών μεταναστευτικών πολιτικών της Ελλάδας, ή μια προσπάθεια να στραφεί αλλού η προσοχή και όχι σε τυχόν αμέλεια της ελληνικής ακτοφυλακής.

Αλλά ο υπουργός Μετανάστευσης Νότης Μηταράκης αρνείται την ιδέα ότι η υπόθεση προμηνύει μια αλλαγή πολιτικής.

«Αν υπάρχει μια απώλεια ζωής, τότε θα πρέπει να ερευνηθεί αν κάποιοι άνθρωποι, από αμέλεια ή σκόπιμα, έδρασαν εκτός των πλαισίων του νόμου», είπε, προσθέτοντας ότι κάθε περιστατικό κρίνεται ξεχωριστά.

Υπογράμμισε πως οι ζωές των προσφύγων δεν κινδυνεύουν στην Τουρκία, μια χώρα που η ΕΕ θεωρεί ασφαλή.

«Οι άνθρωποι που επιλέγουν να μπουν μέσα σε βάρκες που δεν είναι αξιόπλοες, και οδηγούνται από ανθρώπους που δεν έχουν καμιά εμπειρία από θάλασσα, προφανώς και θέτουν ανθρώπινες ζωές σε κίνδυνο», δήλωσε.

Ο πατέρας είπε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να κάνει αυτό το ταξίδι. Το αίτημα ασύλου του στην Τουρκία δεν έγινε δεκτό ούτε σε δεύτερο βαθμό και κινδύνευε με απέλαση στο Αφγανιστάν, μια χώρα την οποία εγκατέλειψε από τα 9 του χρόνια (και την οποία η ΕΕ επίσης θεωρεί ασφαλή). Ήθελε ο γιος του να πάει στο σχολείο, να μάθει να γράφει και να διαβάζει, κάτι που αυτός δεν έμαθε ποτέ, και τελικά να εκπληρώσει το όνειρό του να γίνει αστυνομικός.

«Δεν ήρθα εδώ για πλάκα. Υποχρεώθηκα να έρθω. Δεν είχα άλλο τρόπο για να συνεχίσω τη ζωή μου», είπε. «Αποφάσισα να φύγω (απ’ την Τουρκία) για το μέλλον του παιδιού μου και το δικό μου, για να μπορούμε κάπου να ζήσουμε, για να μπορέσει ο γιος μου να μάθει γράμματα».

Το AP συνέλεξε στοιχεία για την υπόθεση παίρνοντας συνεντεύξεις απ’ τον πατέρα, έναν συνεπιβάτη του, τον άνθρωπο που συνέταξε την πρώτη αναφορά για την άφιξή τους, το λιμενικό και τα νομιμοποιητικά του έγγραφα.

Χρισμένος με ένα μοναχογιό, ο Α.Ν., είπε ότι βρήκε τον αριθμό του διακινητή από ένα γείτονα μετά την άρνηση σε δεύτερο βαθμό του αιτήματος ασύλου που έκανε στην Τουρκία, όπου ζούσε για χρόνια. Το ταξίδι τους στην Ευρώπη ξεκίνησε από τη Σμύρνη, όπου οι 24 επιβάτες, όλοι Αφγανοί, μαζεύτηκαν σ’ ένα σπίτι. Ανάμεσά τους και ο Ιμπαχίμ Χαϊντάρι, 29 ετών, οικοδόμος, και η γυναίκα του.

Ο Χαϊντάρι θυμάται το μικρό αγόρι σαν ένα έξυπνο, γλυκό παιδί που εύκολα έπιανε συζήτηση με τους συνεπιβάτες του κι έλεγε αστεία με τους διακινητές σε άπταιστα τουρκικά. Του είχε κάνει εντύπωση η στενή σχέση ανάμεσα στο αγόρι και το νεαρό πατέρα του, και του φάνηκε του Χαϊντάρι σαν είναι εκτός από πατέρας και φίλος και αδερφός του μικρού παιδιού.

Στις 7 Νοέμβρη, μια κρύα, συννεφιασμένη νύχτα με ισχυρούς ανέμους, η ομάδα μεταφέρθηκε με φορτηγό σε μια δασώδη περιοχή των τουρκικών ακτών, όπου έφτασε γύρω στις 10 το βράδυ.

Οι διακινητές ήταν τέσσερις όλοι κι όλοι, σύμφωνα με το Χαϊντάρι. Η θάλασσα ήταν κάπως ταραγμένη και οι επιβάτες ανησυχούσαν γιατί κιόλας κάποιοι δεν ήξεραν καθόλου κολύμπι. Αλλά οι διακινητές τούς διαβεβαίωσαν ότι ο καιρός θα βελτιωνόταν.

Το αγόρι δε συμμερίζονταν την αγωνία των μεγάλων. Δεν είχε ξαναταξιδέψει ποτέ στη θάλασσα και ανυπομονούσε να μπει στη βάρκα. Η βάρκα ήταν ένα φουσκωτό σκάφος απ’ αυτά που προτιμάνε οι διακινητές στα τουρκικά παράλια. Φθηνές και διαθέσιμες, συνήθως τα παραγεμίζουν με ανθρώπους και βάζουν στο τιμόνι κάποιον από τους επιβάτες για να μην κινδυνέψουν οι ίδιοι να συλληφθούν.

Αφού φόρεσαν όλοι τα σωσίβια, τους έβαλαν στη βάρκα με τη βία, όπως μας είπε ο Χαϊντάρι και ο πατέρας του παιδιού. Ένας από τους διακινητές οδήγησε για λίγο και μετά έδωσε το τιμόνι σε κάποιον από τους επιβάτες και του είπε να κατευθυνθεί προς ένα φωτεινό σημείο σε απόσταση. Σε μια στιγμή ο διακινητής βούτηξε έξω απ’ το σκάφος και γύρισε στην ακτή κολυμπώντας.

Ο πατέρας καθόταν αντικρυστά στο Χαϊντάρι και τη γύναικα του, κρατώντας σφιχτά το παιδί του στα χέρια. Η μια ώρα έγινε δύο, μετά τρεις, κι ύστερα ο καιρός χειροτέρευσε. Ο άνεμος χτυπούσε τη θάλασσα προκαλώντας όλο και πιο μεγάλα κύματα, και ο εντελώς άπειρος κατά συνθήκη καπετάνιος πάλευε να κρατήσει τον έλεγχο της βάρκας.

«Δεν ξέρω πώς το σκέφτηκαν οι διακινητές και μας άφησαν εκτεθειμένους σε τόσο άσχημε συνθήκες», είπε ο Χαϊντάρι. «Από θάλασσα δεν είχαμε ιδέα.

Δαρμένη από τα κύματα η βάρκα πήρε νερό. Οι άνθρωποι ούρλιαζαν, θα πεθάνουμε. Και σα να μην έφτανε αυτό, μέναμε από καύσιμα -οι διακινητές είχαν βάλει όσο χρειαζότανε ίσα ίσα για να φτάσει κανείς στις ελληνικές ακτές.

Ξαφνικά, το σχήμα ενός βουνού χαράχτηκε μες στο σκοτάδι. Τρομοκρατημένοι, στρίψαμε κατά πάνω του.

Αλλά οι ακτές ήταν γεμάτες αιχμηρά βράχια. Τα κύματα χαστούκιζαν τη βάρκα μας και την έριξαν πάνω τους, ξανά και ξανά. Η βάρκα σκίστηκε στα δύο. Πριν το καταλάβουν, βρέθηκαν στο νερό.

Κι ενώ βουλιάζανε στην κατάμαυρη θάλασσα, γλίστρησε το παιδάκι από την αγκαλιά του πατέρα του. Τα κύματα τού χτυπούσαν το κεφάλι.

Δεν ήξερε να κολυμπάει, αλλά τελικά το σωσίβιο τον έβγαλε στην επιφάνεια. Σάρωσε με το βλέμμα τα κύματα ψάχνοντας το παιδί του και τέντωσε τ’ αυτιά για ν’ ακούσει τη φωνή του. Ούρλιαζε μέχρι που βράχνιασε απ’ τ’ αλμυρό νερό μες στο λαρύγγι του. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση.

Και βούλιαξε ξανά κάτω απ’ τα κύματα. Τότε ένα χέρι από ο πουθενά άρπαξε το δικό του και τον έβγαλε στα βράχια. Δεν ξέρει ποιος ήταν, αλλά είναι σίγουρος ότι αυτός του έσωσε τη ζωή.

Τριγύρω το χάος. Άνθρωποι που φωνάζαν τα αδέρφια τους, τους συζύγους τους, τα παιδιά τους. Ο Χαϊντάρι και η γυναίκα του πάλεψαν με τα κύματα για να κρατηθούν ζωντανοί, κλαίγοντας και ξερνώντας θαλασσινό νερό.

Κάποια στιγμή, μας είπε ο Χαϊντάρι και ο Ν.Α., εμφανίστηκε ένα σκάφος κι έριξε πάνω τους ένα προβολέα. Οι επιζώντες σήκωσαν τα χέρια τους και φώναξαν βοήθεια, αλλά το σκάφος τούς προσπέρασε.

Μετά από 15 με 20 λεπτά, είπε ο Χαϊντάρι, εμφανίστηκε μια δεύτερη βάρκα. Ξανά έλπισαν να τους σώσει, αλλά κι αυτός το σκάφος αφού έριξε τον προβολέα του, τους προσπέρασε.

«Μπορεί να μη μας είδαν ή να μην ήθελαν να μας βοηθήσουν», είπε ο Χαϊντάρι.

Ο πατέρας είναι σίγουρος ότι το πλήρωμα είδε και αυτόν και τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο νερό. Είπε πως όταν φώναξε και έκανε νεύματα, η περίπολος έριξε πάνω του τον προβολέα.

«Δε μας βοήθησαν», είπε. «Πηγαινοέρχονταν και γύριζαν γύρω μας χωρίς να κάνουν τίποτα».

Η περιγραφή της ακτοφυλακής είναι κάπως διαφορετική σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα αν κινήθηκαν έγκαιρα και αν είχαν δει τους μετανάστες που πάλευαν με τα κύματα.

Τα νομικά έγγραφα που έχει στην κατοχή του το AP, δείχνουν ότι η διαδικασία καταμήνυσης του ξεκίνησε από το λιμενικό της Σάμου, που ενημέρωσε τον εισαγγελέα ότι ο άνδρας συνελήφθη «γιατί έθεσε σε κίνδυνο το ανήλικο παιδί του προσπαθώντας να εισέρθει παράνομα στη χώρα από θαλάσσης».

Το υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής στου οποίου τη δικαιοδοσία βρίσκεται η ακτοφυλακή, δεν έδωσε άδεια στους υπαλλήλους του λιμενικού της Σάμου για να μιλήσουν στο AP. Ο εισαγγελέας επίσης δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας να δώσει συνέντευξη.

Παρ’ όλα αυτά, ένας λιμενικός της Σάμου μας έδωσε την εκδοχή των αρχών με την προϋπόθεση να κρατήσει την ανωνυμία του.

Το λιμενικό ειδοποιήθηκε περίπου τα μεσάνυχτα από έναν αγγλόφωνο άνδρα που μας παρείχε την πληροφορία για πιθανή ύπαρξη μιας βάρκας με μετανάστες, μας είπε ο λιμενικός. Οι πληροφορίες έκαναν λόγο για το Ακρωτήρι Πράσσο, μια βραχώδη χερσόνησο μήκους πέντε περίπου μιλίων με απόκρημνους βράχους.

Ο άνδρας αυτός ήταν ο Τόμι Όλσεν, ιδρυτής της Aegean Boat Report, μιας νορβηγικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης που παρακολουθεί και παρέχει πληροφορίες για τις αφίξεις στα ελληνικά νησιά. Ο Όλσεν είπε ότι οι άνθρωποι που διστάζουν να επικοινωνήσουν με τις ελληνικές αρχές από το φόβο των επαναπροωθήσεων, ειδοποιούν εκείνον.

Εκείνη τη νύχτα, είπε ο Όλσεν, είχε λάβει ένα τηλεφώνημα από κάποιον που είπε ότι μια ομάδα είχε φτάσει στη Σάμο κι ότι υπήρχαν κάποιοι αγνοούμενοι. Αμέσως ο Όλσεν ενημέρωσε το λιμενικό της Σάμου και μοιράστηκε την πληροφορία.

Ο λιμενικός είπε ότι με το που δέχθηκαν την κλήση ξεκίνησαν αμέσως επείγουσες διαδικασίες, αποστέλλοντας δύο σκάφη της ακτοφυλακής που ξεκίνησαν από το βασικό λιμάνι Βαθύ περί τις 12.20πμ. Τα σκάφη έφτασαν στην περιοχή περίπου στη 1πμ, είπε ο λιμενικός, αλλά δεν είδαν κανέναν.

Στις 6 το πρωί περίπου ένα από τα σκάφη εντόπισε μια γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη πίσω από ένα βράχο, συνέχισε ο λιμενικός. Κατά τη διάρκεια της διάσωσής της, που πήρε περίπου μιάμιση ώρα, εντόπισαν σε κοντινή απόσταση το πτώμα του παιδιού. Τα επίσημα έγγραφα λένε ότι η γυναίκα και το παιδί έφτασαν στο Βαθύ περί τις 9.30 το πρωί.

Η γυναίκα και το παιδί δεν είχαν καμία συγγένεια. Περίπου την ίδια ώρα που βρέθηκαν, στις 6.40πμ περίπου της 8ης Νοέμβρη, μια πεζή περίπολος δύο ατόμων του λιμενικού συνάντησε μια ομάδα δέκα ανθρώπων στο λόφο του Ακρωτηρίου Πράσσο αρκετές ώρες μακριά από το σημείο του ναυαγίου. Ανάμεσά τους ήταν κι ο πατέρας του παιδιού.

«Αν το παιδί σου είναι νεκρό, προσπαθείς να βρεις να βρεις ποιος το συνόδευε», είπε ο λιμενικός. «Είναι διαφορετικό να έχεις εκεί συγγενείς να βοηθούν και διαφορετικό να τα βρίσκεις μόνα τους».

Ο υπαινιγμός είναι ότι το γεγονός ότι ο πατέρας δεν ήταν μαζί με το γιο του όταν βρέθηκαν ήταν ο βασικός λόγος που του απαγγέλθηκαν κατηγορίες.

Το κατηγορητήριο αναφέρει ότι «άφησε το παιδί του… αβοήθητο». Λέει ότι ο πατέρας επέτρεψε στο γιο του να επιβεί σε αναξιόπλοο σκάφος με άσχημο καιρό χωρίς να φοράει το κατάλληλο σωσίβιο -παρότι φαίνεται στη δικογραφία ότι το παιδί φορούσε σωσίβιο.

«Αυτοί οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να βασίζονται στους διακινητές, και είναι οι διακινητές που αποφασίζουν το πότε και το πού του ταξιδιού τους», μας είπε ο Νικ βαν ντερ Στεενχόφεν, στέλεχος της φιλανθρωπικής εταιρείας Choose Love, η οποία ασχολείται με την ευαισθητοποίηση των πολιτών για τα δικαιώματα των προσφύγων και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο πατέρας κι ο γιος, είπε, «είναι θύματα της αποτυχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παράσχει ασφαλείς και νόμιμους διαδρόμους» για τους αιτούντες άσυλο.

Ο πατέρας, ο συνήγορος υπεράσπισής του, Δημήτρης Τσούλης, και ο Όλσεν δίνουν μια εντελώς άλλη εικόνα για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας: μια εικόνα κωλυσιεργίας και αμέλειας του λιμενικού. Ο Τσούλης κατέθεσε αίτημα στον εισαγγελέα της Σάμου για διερεύνηση της υπόθεσης. Ο πατέρας, μας είπε, είναι πεπεισμένος ότι ο γιος του θα ήταν ζωντανός αν το λιμενικό είχε δράσει πιο έγκαιρα.

Ο συνήγορος θεωρεί ότι οι κατηγορίες είναι «προϊόν πανικού κι όχι αποτέλεσμα μιας ευρύτερης πολιτικής… Αλλά αυτόματα δημιουργείται ένα ακόμα εμπόδιο για τους ανθρώπους που αιτούνται άσυλο».

Ο Ν.Α. είπε ότι ζητούσε απελπισμένα βοήθεια για να βρει το γιο του όλη νύχτα.

Όταν κατάφερε να βγει στη στεριά, είπε, έψαχνε και φώναζε το γιο του χωρίς αποτέλεσμα. Κανείς δεν είχε δει το αγόρι. Ήθελε να ξαναβουτήξει στο νερό για να τον ψάξει, αλλά δεν ήξερε κολύμπι.

Μετά από αναζήτηση δύο ωρών, αποφάσισε να προσπαθήσει να καλέσει βοήθεια. Παρότρυνε μια ομάδα επιζώντων να έρθουν μαζί του και σκαρφάλωσαν τα βράχια μέσα στη νύχτα.

Όταν ξημέρωσε συνάντησαν την πεζή περίπολο του λιμενικού. Τα δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι ο πατέρας ανέφερε την εξαφάνιση του γιου του και τους έδειξε στο κινητό του την πιθανή τοποθεσία όπου έλαβε χώρα.

Ο πατέρας είπε ότι σύντομα συνειδητοποίησαν ότι η τοποθεσία ήταν πολύ μακριά για να αναλάβει την αναζήτηση η πεζή περιπολία και ότι θα χρειαζόταν ενισχύσεις. Οι επιβάτες μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο προσφύγων προκειμένου να ταυτοποιηθούν και να υποβληθούν σε τεστ για τον κορονοϊό.

Η μνήμη του για τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων από κει και πέρα είναι κάπως συγκεχυμένη. Μια γυναίκα τού έδειξε μια φωτογραφία και τον ρώτησε αν ήταν ο γιος του. Αυτός ήταν.

Του είπαν ότι το αγόρι βρέθηκε αλλά μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και ήταν σε κώμα. Η αγνοούμενη έγκυος γυναίκα βρέθηκε κι αυτή ζωντανή, απ’ ό,τι άκουσε.

Όταν κάποια στιγμή η έγκυος γυναίκα έφτασε στο στρατόπεδο, οι ελπίδες του πατέρα αναπτερώθηκαν: αν ήταν αυτή ζωντανή ίσως να ήταν κι ο γιος του.

Ύστερα τον χωρίσαν απ’ τους άλλους και άρχισαν να τον ανακρίνουν. Ζήτησε να δει το γιο του, αλλά του είπαν ότι πρέπει πρώτα να τον ανακρίνουν.

Όταν τέλειωσε η ανάκριση και πάλι δεν τον άφηναν να δει το παιδί του. Τελικά, είπε, η αστυνομία κάλεσε το νοσοκομείο. Του είπαν ότι ο γιος του ήταν ήδη νεκρός όταν έφτασε στο νοσοκομείο.

«Γιατί μου το κάναν αυτό;», είπε ο πατέρας, αδυνατώντας να το χωνέψει ότι του έδιναν ψεύτικες ελπίδες πως ο γιος του μπορεί να ήταν ζωντανός. «Δεν έπρεπε να το κάνουν αυτό. Έπρεπε να μου είχαν πει την αλήθεια».

Μετά ο πατέρας προφυλακίστηκε με την κατηγορία ότι έθεσε τη ζωή του γιου του σε κίνδυνο.

«Ήμουνα συντετριμμένος», είπε. «Ένας άνθρωπος που έχει χάσει το πιο αγαπημένο του πρόσωπο, το γιο του, να σέρνεται στη φυλακή, μόνος πια στη ζωή… Δεν είναι απάνθρωπο;».

Μετά από τρεις μέρες και μεγάλη πίεση από το συνήγορό του, Τσούλη, του επιτράπηκε να δει το γιο του νεκρό.

Το λιμενικό τον συνόδευσε στο νεκροτομείο με χειροπέδες. Όταν γύρισαν, μετά από 15 λεπτά, ο άνδρας δε φορούσε πια χειροπέδες και οι άνδρες του λιμενικού τον κουβαλούσαν, είπε ο Τσούλης. Είχε καταρρεύσει.

Ο πατέρας τελικά αφέθηκε ελεύθερος με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Οργανώσεις προσφύγων τον έβαλαν σ’ ένα ξενοδοχείο.

Το πτώμα του νεκρού αγοριού έμεινε στο νεκροτομείο για βδομάδες. Το πιστοποιητικό θανάτου του γράφει ότι θάφτηκε στις 30 Νοεμβρίου, σ’ ένα μικρό νεκροταφείο πάνω από το χωριό Ιραίον, όπου είναι θαμμένα κι άλλα θύματα ναυαγίων μεταναστών.

Στον πατέρα έκτοτε δόθηκε προσωρινό άσυλο στην Ελλάδα. Αλλά χωρίς το γιο του, είπε, δεν τον νοιάζει πού, ακόμη και αν, θα συνεχίσει τη ζωή του.

«Ο γιος του ήταν το φιλαράκι του, ήταν τα πάντα για κείνον», είπε ο Χαϊντάρι. «Ήτανε η ελπίδα του που τον κρατούσε στη ζωή».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: