Βυθομετρώντας την άβυσσο: Ο Μαρξισμός και το Ολοκαύτωμα

Δεν υπάρχει πιο ευθεία πρόκληση για το Μαρξισμό από το Ολοκαύτωμα. Ως κληρονόμος και ταυτόχρονα επικριτής του Διαφωτισμού, ο Μαρξ επιδίωκε να εκθέσει τα κοινωνικά όρια της φιλοδοξίας του για παγκόσμια χειραφέτηση μέσω της δύναμης της λογικής, εντοπίζοντας τις υλικές ρίζες των ιδανικών του σ’ αυτό που αποκαλούσε «κρυμμένη βάση» της παραγωγής. Παράλληλα, ριζοσπαστικοποίησε αυτά τα ιδανικά στο ηθικό και πολιτικό κίνητρο της απαλλαγής του κόσμου από κάθε μορφής εκμετάλλευση και καταπίεση -αυτό που από τα νιάτα του ακόμη ανακήρυξε σε «κατηγορηματικό καθήκον για την ανατροπή όλων των συνθηκών υπό τις οποίες η ανθρώπινη ύπαρξη ευτελίζεται, υποδουλώνεται, αγνοείται και περιφρονείται». Το Ολοκαύτωμα θεωρείται -για προφανείς λόγους που δεν χρειάζεται να αναφέρω εδώ- η πιο ακραία έκφραση του ανθρώπινου κακού. Όλα τα διαφορετικά είδη κυριαρχίας που αναμιγνύονται στο Άουσβιτς. Ο ρατσισμός, ο κατευθυνόμενος προς τους Εβραίους, τους Σλάβους και τους Ρομά, η οικονομική εκμετάλλευση μέσω της καταναγκαστικής εργασίας, η καταπίεση των γκέι και των γυναικών, η δίωξη των αντιφρονούντων μειονοτήτων όπως οι Κομμουνιστές και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Κανένα ανθρώπινο φαινόμενο δεν θα μπορούσε να βάλει μεγαλύτερη πίεση στις ερμηνευτικές δυνάμεις του Μαρξισμού. Πράγματι, θα ήταν λογικό να αμφιβάλει κανείς για το αν οποιαδήποτε κοινωνική θεωρία είναι ικανή να φωτίσει το σκοτάδι του Άουσβιτς.

Γράφει ο Άλεξ Καλλίνικος

Ερμηνεία και σιωπή

Κάποιοι φυσικά νομίζουν ότι είναι λάθος ακόμα και να το προσπαθήσει κανείς. Για τον επιζώντα του Άουσβιτς και τιμημένο με βραβείο Νόμπελ Έλι Βίζελ το Ολοκαύτωμα «αρνείται κάθε απάντηση», βρίσκεται έξω, αν όχι πέρα, από την ιστορία», «αψηφά τόσο τη γνώση όσο και την περιγραφή» και «[η εμπειρία του] δεν πρόκειται ποτέ να κατανοηθεί ή να μεταδοθεί». Όμοια, οποιαδήποτε απόπειρα σύγκρισης του Ολοκαυτώματος με άλλες φρικαλεότητες αποκηρύσσεται. Έτσι, σύμφωνα με την Ντέμπορα Λίπσταντ, το να ενσπείρει κανείς αμφιβολίες για το Ολοκαύτωμα είναι «πολύ πιο ύπουλο από την ευθεία άρνηση. Τρέφει και τρέφεται από την άρνηση του Ολοκαυτώματος».

Αυτή η στάση είναι κατά την άποψή μου βαθιά λαθεμένη. Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι οποιαδήποτε σοβαρή απόπειρα να καταδείξει κανείς τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς να γίνουν, έστω και σιωπηρές, συγκρίσεις ανάμεσα στη Ναζιστική γενοκτονία και άλλες περιπτώσεις μαζικής δολοφονίας. Συχνά η άρνηση να κάνει κανείς συγκρίσεις αποκαλύπτει λιγότερο τη θρησκευτική ευλάβεια για τα θύματα απ’ ότι τα πεζά πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα που κρύβονται πίσω απ’ αυτή την άρνηση. Έτσι το 1982 η κυβέρνηση του Ισραήλ παρότρυνε τον Βίζελ και άλλους επιφανείς Αμερικανοεβραίους να αποσυρθούν από το μεγάλο διεθνές ακαδημαϊκό συνέδριο του Τελ Αβίβ, γιατί μια σύνοδος για τη Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915 θα ενοχλούσε τον καλό σύμμαχο του Ισραήλ και των ΗΠΑ, το τουρκικό κράτος.

Πιο ουσιαστικά, ο λόγος που τιμούμε τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος είναι σίγουρα όχι μόνο για να αναγνωρίσουμε τα βάσανα των θυμάτων, αλλά και για να συμβάλουμε στη διατήρηση της πολιτικής συνείδησης που χρειάζεται να είναι σε επιφυλακή ενάντια σε κάθε προσπάθεια επανάληψης των Ναζιστικών εγκλημάτων. Αλλά κάθε εμπεριστατωμένη κρίση για την πιθανότητα μιας τέτοιας επανάληψης εξαρτάται από την κατανόηση πρώτα και κύρια των δυνάμεων που τα παρήγαγαν. Το σύνθημα της Αντιναζιστικής Λίγκας (ANL) -«ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!»- δεν έχει κανένα νόημα παρά μόνο αν έχουμε κάποια ιδέα για τη φύση αυτού που θέλουμε να σταματήσουμε από το να ξανασυμβεί.

Ο Γκάρι Ράνσιμαν έκανε μια χρήσιμη διάκριση μεταξύ ερμηνείας και περιγραφής ενός κοινωνικού γεγονότος. Η πρώτη προσπαθεί να ταυτοποιήσει το-ν/-ους αιτιακ-ό/-ούς μηχανισμ-ό/-ούς που ευθύνονται γι’ αυτό το γεγονός και η δεύτερη, σε αντιδιαστολή, προσπαθεί «να αντιληφθεί… πώς έφτανε ένας παράγοντας στο να διαπράξει» τις υπό εξέταση πράξεις -να αναδομήσει τις εμπειρίες των συμμετεχόντων. Την περιγραφή του Ολοκαυτώματος μ’ αυτή την έννοια -το να δείχνει κανείς πώς ήταν να είσαι το θύμα ή ακόμα ο θύτης ή αυτός που παρατηρεί από απόσταση- είναι ίσως καλύτερο να το αφήσουμε στις αυτοβιογραφίες διαφόρων ειδών και στην τέχνη (παρότι κι εκεί υπάρχει, φυσικά, μεγάλη διαφωνία σχετικά με τους τρόπους που είναι κατάλληλη για την αναπαράσταση αυτής της εμπειρίας).

Το ότι η κοινωνική θεωρία μπορεί να συμβάλει στην ερμηνεία του πώς το Άουσβιτς έγινε πιθανό καταδεικνύεται σε ελάχιστα διαπρεπή έργα, με πιο αξιοσημείωτο ίσως το «Η Νεωτερικότητα και το Ολοκαύτωμα” του Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Αλλά πρέπει να πούμε ότι η άμεση συμβολή του Μαρξισμού σ’ αυτό το έργο είναι πολύ περιορισμένη. Γενικά το Ολοκαύτωμα έχει παρατεθεί στη Μαρξιστική βιβλιογραφία ως η πιο ακραία περίπτωση απ’ όλα τα δεινά που συσσωρεύει η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Ο Βέλγος τροτσκιστής Ερνέστ Μαντέλ που ως νεαρός ακτιβιστής της Αντίστασης γλίτωσε μετά βίας τη μεταφορά του στο Άουσβιτς) μπορεί να εκληφθεί ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της κλασικής Μαρξιστικής παράδοσης. Ο Νόρμαν Τζέρας, σ’ ένα σημαντικό κριτικό δοκίμιο, στο οποίο θα αναφερθώ και παρακάτω, χαρακτηρίζει τη θέση του Μαντέλ ως εξής: «Σύμφωνα μ’ αυτόν, η καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης είναι λογικά εξηγήσιμη ως προϊόν του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και ως τέτοια είναι ξεκάθαρα συγκρίσιμη με άλλες βαρβαρότητες του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού».

Ο Μαντέλ λοιπόν υποστηρίζει ότι «το μικρόβιο του Ολοκαυτώματος μπορεί να εντοπιστεί στον ακραίο ρατσισμό της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού», που αλληλεπιδρά μέσα στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού πολέμου με τον «ιδιάζοντα -και ολοένα καταστροφικότερο- συνδυασμό της τέλειας τοπικής λογικής και του ακραίου παγκόσμιου παραλογισμού, που χαρακτηρίζει το διεθνή καπιταλισμό». Όπως παρατηρεί ο Τζέρας, «Ο Μαντέλ προσδίδει ανεκτίμητα μικρό νόημα, και σίγουρα δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας της μοναδικότητας και της ιδιαιτερότητας της Shoa (Ολοκαύτωμα στα εβραϊκά, επί λέξει Καταστροφή)». Είναι σημαντικό όμως να παρατηρήσουμε ότι μια παρόμοια έλλειψη ενδιαφέροντος γι’ αυτή την ιδιαιτερότητα, χαρακτηρίζει και κάποιους λιγότερο ορθόδοξους Μαρξιστές από τον Μαντέλ.

Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού ο Μαξ Χορκχάιμερ και ο Τέοντορ Αντόρνο ένα περίφημο δοκίμιό τους στα Στοιχεία του Αντισημιτισμού όπου ουσιαστικά αντιμετωπίζουν τη Ναζιστική ιδεολογία και τις δολοφονίες των Εβραίων ως ένα παράδειγμα της γενικής τάσης προς τον εξορθολιγισμό που κατά την άποψή τους χαρακτηρίζει τη νεωτερικότητα: η φύση, καταπιεσμένη και κυριαρχούμενη μέσα στο πλαίσιο της «ολοκληρωτικά διευθυνόμενης κοινωνίας», επιστρέφει στη βάρβαρη και παράλογη μορφή της. Το Ολοκαύτωμα ως εκ τούτου υποβιβάζεται μιας πιο καθολικής διαταραχής. Η Εποχή των Άκρων, ένα πολύ πιο πρόσφατο και αντικείμενο ευρύτατων επιδοκιμασιών Μαρξιστικό αφήγημα για τον «Σύντομο Εικοστό Αιώνα» (1914-1990), ο Έρικ Χομπσμπάουμ αντιμετωπίζει με παρόμοιο τρόπο την εξόντωση των Εβραίων ως την πιο γνωστή περίπτωση ολίσθησης στη βαρβαρότητα που χαρακτηρίζει την εποχή μας: η ενασχόλησή του με τον αντίκτυπο του φασισμού εστιάζει περισσότερο στα Λαϊκά Μέτωπα που συγκρότησαν σαν απάντηση τα Κομμουνιστικά Κόμματα, παρά στις θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τον Εθνικοσοσιαλισμό. Αυτή η έλλειψη εστίασης στο ίδιο το Ολοκαύτωμα ως συγκεκριμένο φαινόμενο είναι, φυσικά, κάθε άλλο παρά παράξενη για τον Μαρξισμό.

Η παράδοξη τάση να εντείνεται η ενασχόληση με την εξόντωση των Εβραίων όσο βαθύτερα βυθίζεται αυτή στο παρελθόν είναι ένα εντυπωσιακό επίτευγμα του Δυτικού Πολιτισμού στα τέλη του 20ου αιώνα, που πρόσφατα έγινε κι αυτό με τη σειρά του αντικείμενο ιστορικής ερμηνείας και διαμάχης. Όμως αν αυτή η ενασχόληση απαιτεί εξήγηση, το ίδιο ισχύει και με τη σχετική σιωπή για το Ολοκαύτωμα τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, όταν οι μνήμες των φρικαλεοτήτων που προκλήθηκαν από τους Ναζί ήταν ακόμα νωπές. Ο Έντσο Τραβέρσο, ο οποίος είχε, όπως και ο Νόρμαν Τζέρας, σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη μιας ξεκάθαρα Μαρξιστικής ανταπόκρισης στο Ολοκαύτωμα τα τελευταία χρόνια, υποστηρίζει ότι, στην αριστερά τουλάχιστον, αυτή η σιωπή απηχούσε τον ανανεωμένο αέρα αισιοδοξίας του Διαφωτισμού:

Η ήττα του Ναζισμού, η προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Κεντρική Ευρώπη και η εντυπωσιακή ανάπτυξη των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις χώρες όπου είχαν παίξει ηγετικό ρόλο στην Αντίσταση όλα ενθάρρυναν την επιστροφή στην άμεση μεταπολεμική περίοδο σε μια φιλοσοφία της προόδου. Αυτή άφησε λίγο χώρο στον αναστοχασμό της καταστροφής. Ο Μαρξισμός χαρακτηρίστηκε έτσι από μια σιωπή για το Ολοκαύτωμα.

Αυτό μού φαίνεται, σαν γενική εξήγηση, τελείως λάθος. Ο Πίτερ Νόβικ στην εξαιρετική μελέτη του για τις αναπαραστάσεις του Ολοκαυτώματος στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ότι τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η εξόντωση των Εβραίων γινόταν αντιληπτή όχι ως ένα ξεχωριστό γεγονός αλλά μάλλον με «καθολικούς» όρους, ως αναμφίβολα το χειρότερο των Ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά όχι ενός που θα έπρεπε να διαχωριστεί από τις θηριωδίες εναντίον των άλλων εθνών. Για να περάσω σε κάποια σύντομα αυτοβιογραφικά στοιχεία, μεγάλωσα τη δεκαετία του 1950 και 1960 σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο οι Εβραίοι απουσίαζαν σχεδόν εντελώς, αλλά η επίγνωση των Ναζιστικών εγκλημάτων ήταν κοινό κτήμα των μεγάλων που είχαν ιδίαν πείρα -ο πατέρας μου ζούσε στην Ελλάδα όταν βρισκόταν κάτω από Γερμανική κατοχή, και οι καλύτεροι φίλοι των γονιών μου είχαν ζήσει και τη Ναζιστική και τη Σταλινική κυβέρνηση στην πατρίδα τους, την Πολωνία. Ενθυμούμενος τι λέγαμε και τι διαβάζαμε για τον πόλεμο, η κυρίαρχη εντύπωση ήταν αυτή μιας συνέχειας στη θηριωδία -η επίγνωση του Άουσβιτς ήταν κομμάτι μιας ευρύτερης αίσθησης του τρόμου που επέβαλλαν οι Ναζί στον Εβραίο, καθώς και στα άλλα έθνη.

Είναι τουλάχιστον ανοιχτό προς συζήτηση το κατά πόσο μια πιο εστιασμένη στην «ιδιαιτερότητα» ενασχόληση με το Ολοκαύτωμα ως μια εξόχως Εβραϊκή εμπειρία που ενισχύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες συνιστά απαραίτητα μια πιο βαθιά κατανόηση της Ναζιστικής γενοκτονίας. Και ο Νόβικ και (με ακόμα πιο προβληματικό τρόπο) ο Νόρμαν Φινκελστάιν έχουν καταγράψει τα πεζά γεωπολιτικά ακόμα και οικονομικά συμφέροντα που έχουν επενδύσει στην αυξανόμενη συζήτηση για το Ολοκαύτωμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τραβέρσο κάνει λάθος που κατηγορεί το Μαρξισμό για την αποτυχία του να αντιμετωπίσει το Ολοκαύτωμα σαν ιδιαίτερο φαινόμενο. Αλλά η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται αλλού κι όχι στην εξελικτική και ντετερμινιστική αισιοδοξία που αυτός θεωρεί υπεύθυνη. Ο Τιμ Μέισον, ίσως ο μεγαλύτερος Μαρξιστής ιστορικός του Γ΄ Ράιχ, παραδέχθηκε ότι:

Πάντα μου προκαλούσαν συναισθηματική, και άρα διανοητική, παράλυση όσα έκαναν οι Ναζί και όσα υπέφεραν τα θύματά τους. Η τερατωδία αυτών των πράξεων και αυτών των βασανιστηρίων απαιτούσαν επιτακτικά περιγραφή και ανάλυση, αλλά και τις αψηφούσαν ταυτόχρονα. Δεν μπορούσα ούτε να αντιμετωπίσω τα γεγονότα της γενοκτονίας ούτε να τα αποφύγω και να μελετήσω ένα λιγότερο απαιτητικό ζήτημα. Το βρίσκω σχεδόν αδύνατο να διαβάσει κανείς τις πηγές ή τις μελέτες και τις μαρτυρίες που έχουν γραφεί για το ζήτημα. Ξέρω ότι πολλοί άλλοι ιστορικοί του Ναζισμού είχαν παρόμοια εμπειρία.

Αυτού του είδους η παράλυση της φαντασίας μπροστά στο Ολοκαύτωμα μπορεί να έχει ρίζες που ξεπερνάνε κατά πολύ το προσωπικό. Ο Μέισον υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της σχολής της ιστορίας «από τα κάτω» που αναδύθηκε κάτω από την επιρροή του Έντουαρντ Τόμσον, του Κρίστοφερ Χιλ και άλλων τη δεκαετία του 1960 και του 1970. Αυτό το διανοητικό ρεύμα επιδίωκε να αποκαταστήσει τα κρυμμένα από τις πιο συμβατικές εκδοχές της ιστοριογραφίας επεισόδια της αντίστασης. Το ίδιο το έργο του Μέισον αποτελούσε μια φοβερά αξιοπρόσεκτη περίπτωση μιας τέτοιας αποκατάστασης καθώς αναδόμησε τις μορφές που πήραν οι εργατικοί αγώνες κάτω από το καθεστώς του Χίτλερ. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πώς μια ιστορική διάνοια που ασχολείται κυρίως με τις δυνατότητες των εκμεταλλευόμενων να διεκδικούν τα συμφέροντά τους ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες, θα μπορούσε να έχει μια δυσκολία να αναλογιστεί τη συνολική εξάλειψη κάθε ελπίδας στα στρατόπεδα θανάτου.

Φάτσα με το κακό

Το κενό του οποίου την παρουσία ο Μέισον εκ των υστέρων αναγνώρισε και στα δικά του μεγάλα γραπτά -«η απουσία της βιολογικής πολιτικής και της γενοκτονίας»- έχει σίγουρα αφαιρεθεί στη σύγχρονη ιστοριογραφία του Εθνικοσοσιαλισμού. Το σπουδαίο πρωτοπόρο έργο του Ραούλ Χίλμπεργκ Η Καταστροφή των Ευρωπαίων Εβραίων δεν είναι πλέον το μόνο: ένα πλήθος εξαιρετικών μελετών, με την όλο και μεγαλύτερη συμβολή Γερμανών ιστορικών έχουν σε μεγάλο βαθμό βελτιώσει την κατανόησή μας σχετικά με τη φύση και τις κινητήριες δυνάμεις του Ολοκαυτώματος.

Μπορεί όμως ο Μαρξισμός να συμβάλει οτιδήποτε σ’ αυτή την κατανόηση; Ο Νόρμαν Τζέρας και ο Έντσο Τραβέρσο στα γραπτά τους για το Ολοκαύτωμα και οι δύο έχουν ως κύριο διανοητικό και πολιτικό σημείο αναφοράς την κλασική Μαρξιστική παράδοση του Μαρξ και του Ένγκελς, του Λένιν και του Τρότσκι, της Λούξεμπουργκ και του Γκράμσι. Υποστηρίζουν όμως, από διαφορετική θεωρητική σκοπιά, ότι αυτή η παράδοση, τουλάχιστον με την παρούσα σύνθεση, δεν βοηθάει και πολύ στην κατανόηση του Ολοκαυτώματος. Μοιράζομαι κι εγώ την ίδια παράδοση, αλλά διαφωνώ με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν. Για να τονίσω το λόγο που πιστεύω ότι ο Μαρξισμός μπορεί να βοηθήσει να φωτιστεί ακόμα και η Ναζιστική γενοκτονία, ίσως είναι χρήσιμο να σταθούμε στους λόγους για τους οποίους ο Τζέρας θεωρεί τον Μαρξισμό ανεπαρκή. (Θα επανέλθω στον Τραβέρσο παρακάτω).

Ο Τζέρας, όπως έχουμε δει, πιστεύει ότι το είδος της ιστορικής συγκειμενοποίησης που εξασκεί ο Μαντέλ, το οποίο εξηγεί το Ολοκαύτωμα με όρους πιο γενικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού, όπως ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία και ο οργανικός ορθολογισμός αποτυγχάνει να συλλάβει αυτό που είναι συγκεκριμένο στη δολοφονία των Εβραίων. Τέτοιες αναλύσεις ολισθαίνουν πάνω στο ουσιώδες χαρακτηριστικό που έχει να κάνει με τα κίνητρα των αυτουργών που ο Τζέρας υποστηρίζει πως το είχε πιάσει πολύ καλά ο Τρότσκι, γράφοντας δεκαετίες νωρίτερα, όταν περιέγραφε τα πογκρόμ που διαπράχθηκαν από τις Τσαρικές Μαύρες Εκατονταρχίες σαν αντίδραση απέναντι στη Ρώσικη Επανάσταση του 1905. Ο Τζέρας έχει στο μυαλό του ιδιαίτερα αυτό το εντυπωσιακό κείμενο:

Όλα του επιτρέπονται [του μέλους της αντισημιτικής συμμορίας], είναι ικανός για τα πάντα, είναι ο αφέντης της ιδιοκτησίας και της τιμής, της ζωής και του θανάτου. Αν θέλει μπορεί να πετάξει μια γριά γυναίκα απ’ το παράθυρο του τρίτου ορόφου μαζί με το πιάνο, μπορεί να σπάσει μια καρέκλα στο κεφάλι ενός μωρού, να βιάσει ένα μικρό κοριτσάκι ενώ ένα ολόκληρο πλήθος προσπερνά, να καρφώσει ένα καρφί… Εξολοθρεύει ολόκληρες οικογένειες, ρίχνει πετρέλαιο σ’ ένα σπίτι, το μετατρέπει σε παρανάλωμα του πυρός, κι αν κανείς τολμήσει να δραπετεύσει, τον αποτελειώνει χτυπώντας τον μ’ ένα ρόπαλο… Δεν υπάρχουν βασανιστήρια, αποκυήματα ενός πυρέσσοντος εγκεφάλου σαλεμένου από το αλκοόλ και την οργή, που να τον κάνουν ποτέ να σταματήσει. Είναι ικανός για οτιδήποτε, έχει το θράσος για τα πάντα.

Αυτή η εμπειρία των βάρβαρων ενστίκτων που εξαπολύθηκαν από την αντεπανάσταση έκαναν, σύμφωνα με τον Τζέρας, τον Τρότσκι τριάντα χρόνια μετά να μπορεί να περιμένει το Ολοκαύτωμα, προβλέποντας το Δεκέμβρη του 1938 ότι «η επόμενη εξέλιξη της παγκόσμιας αντίδρασης θα σημάνει με βεβαιότητα τη φυσική εξόντωση των Εβραίων«.

Πολύ πριν το 1938 ο Τρότσκι είχε δει πολύ βαθιά. Είχε δει το πνεύμα της χωρίς όρια υπερβολής, την ανάταση που μπορούν να νιώσουν οι άνθρωποι εξασκώντας την ανελέητη εξουσία τους πάνω στους άλλους και τον «ολοκληρωτισμό» που μπορεί να υπάρξει στην ταπείνωση -τη φρίκη και τη χαρά που μπορεί να αντλήσει κανείς προκαλώντας την, το θανατηφόρο ζεύγος αυτού που είναι ήδη εκμηδένιση. Είχε δει επίσης ένα απ’ τα πιο τρομακτικά πρόσωπα της ανθρώπινης ελευθερίας, συνειδητά στραμμένα ενάντια στα άλλα, τα καλύτερα πρόσωπά της. Σ’ όλο αυτό είχε δει εκείνο που μετέπειτα θα γινόταν η Shoa, συμπεριλαμβανομένου και του στοιχείου της ασυμβίβαστης επιλογής. Οι προϋποθέσεις και το γενικότερο πλαίσιο αυτού του είδους της επιλογής μπορεί και πρέπει πάντα να ερευνάται και να περιγράφεται. Αλλά παραμένει στο τέλος αυτό που είναι: κάτι το ατελώς προσδιορισμένο, μια επιλογή.

Παρότι αυτό ήταν μια ενόραση αυτού που αποκαλεί «πανίσχυρη και δημιουργική Μαρξιστική διάνοια», για τον Τζέρας πάει πέρα απ’ τα όρια του συμβατικού Μαρξισμού, απορροφημένη καθώς είναι ακριβώς με τις «προϋποθέσεις και το γενικότερο πλαίσιο» εντός του οποίου η βούληση για καταστροφή, που αποκαλύπτεται και στα Τσαρικά πογκρόμ και στο ίδιο το Ολοκαύτωμα, δεν μπορεί να ελαττωθεί. Υπογραμμίζει εκείνη την όψη του Ολοκαυτώματος που πιστεύει ότι τείνει να αγνοείται στις ερμηνείες όπως αυτή του Μπάουμαν που τονίζουν το ρόλο που έπαιξαν κάποιες χαρακτηριστικές δομές της νεωτερικότητας -για παράδειγμα ο γραφειοκρατικός καταμερισμός εργασίας και η μεγάλης κλίμακας χρήση της τεχνολογίας- στο να επιτρέψει στους πολλούς δράστες να πάρουν συναισθηματικές καθώς και σωματικές αποστάσεις από τα εγκλήματα που βοηθούσαν να διαπραχθούν. Ο Τζέρας υποστηρίζει ότι μια τέτοια ανάλυση αποτυγχάνει να δώσει τη δέουσα βαρύτητα «στους βάναυσους πόθους και στο αίσθημα της ασυνήθιστης ηδονής… στο συναισθηματικό φορτίο που παράγεται -και ίσως απαιτείται- από μια επίθεση εναντίον αθώων» που είναι οφθαλμοφανείς στις τόσες περιγραφές της Ναζιστικής θηριωδίας. «Υπάρχει κάτι εδώ που δεν έχει να κάνει με τη νεωτερικότητα, κάτι που δεν έχει να κάνει με τον καπιταλισμό. Έχει να κάνει με την ανθρωπιά».

Όπως υπαινίσσεται αυτή η τελευταία φράση, το επιχείρημα σε μια συγκεκριμένη άποψη για την ανθρώπινη φύση. Αλλού κάνει απερίφραστα αυτή την υπόθεση, ισχυριζόμενος ότι η ικανότητα να κάνει κακό είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης που συνυπάρχει με πιο καλόβουλα στοιχεία, κι ότι η σοσιαλιστική θεωρία και πρακτική πρέπει να δώσει τη δέουσα προσοχή σ’ αυτή την δυναμική. Η διαίσθηση που εκφράζεται στο κείμενο κείμενο του Τρότσκι που ο Τζέρας παραθέτει είναι όντως τέτοια που δεν μπορεί να μη γίνει αποδεκτή από κάθε σωστή αντίληψη για τις μαζικές δολοφονίες. Μια εντυπωσιακά παρόμοια ανάλυση του ψυχολογικού μηχανισμού δόθηκε πρόσφατα από την οπτική ενός ιδιοσυγκρασιακά Λακανικού Μαρξισμού από τον Σλάβοϊ Ζίζεκ:

Παρότι επιφανειακά ο απολυταρχικός Αφέντης… δίνει αυστηρές διαταγές, υποχρεώνοντάς μας να αποκηρύξουμε τις απολαύσεις μας και να θυσιαστούμε για χάρη ενός υψηλότερου Καθήκοντος, η πραγματική του προσταγή, αυτή που διακρίνεται ανάμεσα στις γραμμές των όσων ρητά αναφέρει, είναι το ακριβώς αντίθετο -είναι ένα κάλεσμα για τη διάπραξη ενός ασυγκράτητου, ενός αχαλίνωτου εγκλήματος. Μακράν του να μας υποβάλλει ένα σύνολο αυστηρών προτύπων στα οποία οφείλουμε να υπακούμε άνευ όρων, υπόσχεται την ανάσχεση της (ηθικής) τιμωρίας -δηλαδή, η κρυφή προσταγή του είναι Μπορείς! : οι απαγορεύσεις που φαίνεται να ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή και να εγγυώνται ένα μίνιμουμ της αξιοπρέπειας χάνουν τελικά κάθε αξία, γίνονται απλά ένας μηχανισμός για να κρατά τους απλούς ανθρώπους σε απόσταση, ενώ εσύ επιτρέπεται να σκοτώνεις, να βιάζεις, να ληστεύεις τον Εχθρό, να αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο και να απολαμβάνεις στο έπακρο την παραβίαση των κανονικών ηθικών περιορισμών… αρκεί να ακολουθήσεις Εμένα!

Ώστε εδώ υπάρχει μια πραγματική διαίσθηση. Όμως, είναι μόνο μερική. Από μόνη της υποφέρει από την ίδια έλλειψη συγκεκριμενότητας για το Ολοκαύτωμα μ’ αυτή για την οποία ο Τζέρας ασκεί κριτική στον Μαντέλ. Με το να ανασύρει κανείς απλά την ικανότητα του ανθρώπου να κάνει κακό, να απολαμβάνει τη διεστραμμένη απελευθέρωση μέσω της επιβολής απεριόριστων βασανιστηρίων στον Άλλο, για να εξηγήσει την εξόντωση των Εβραίων αποτυγχάνει να συνδεθεί με το γεγονός ότι αυτό το επεισόδιο -όσο φρικαλέα κι αν ξεπερνά κάθε φαντασία- ήταν ακριβώς αυτό, ένα ιστορικό επεισόδιο με χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς. Από μόνη της αυτή η ιδέα, μου θυμίζει έναν από τους αγαπημένους μου χαρακτήρες του Γούντι Άλεν, τον Φρέντερικ, τον μελαγχολικό καλλιτέχνη που έπαιζε ο Μαξ φον Σίντοφ στην ταινία Η Χάνα και οι Αδελφές της, που απορρίπτει ως βλακώδη όλον αυτό τον προβληματισμό σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνέβη το Ολοκαύτωμα, αφού ο πραγματικό ερώτημα είναι γιατί δεν συμβαίνει συνέχεια.

Επισήμως ο Τζέρας μπορεί να αντιπαρέλθει αυτή την αντίρρηση: ο σκοπός του είναι, όπως αποσαφηνίζει, να διορθώσει κάποιες άλλες, πιο κοινωνικές εξηγήσεις που επικαλούνται τον καπιταλισμό και τη νεωτερικότητα. Αλλά δεν μπορεί κανείς να γεμίσει την εικόνα προσθέτοντας απλά το είδος της λίστας των υλικών, κοινωνικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων του Ολοκαυτώματος που ο Μαντέλ, για παράδειγμα, αφήνει απ’ έξω. Το να νομίζει κανείς ότι μπορεί να το κάνει μ’ αυτό τον τρόπο σημαίνει ότι αντιλαμβάνεται το ρόλο των κοινωνικών συνθηκών απλά ως παρέχοντα το αντιδραστήριο όπου απελευθερώνονται οι καταστροφικές παρορμήσεις που ελλοχεύουν κάτω από την επιφάνεια. Το γενικότερο πλαίσιο θα ήταν ε τότε μια φόρμα που συμπληρώνεται από μια έντονη παρόρμηση προς την εγκληματικότητα. Αλλά η σχέση μεταξύ κοινωνικών και ψυχολογικών μηχανισμών είναι πολύ πιο σύνθετη και δυναμική απ’ ότι προτείνεται σ’ αυτές τις μεταφορές. Στην περίπτωσση του Ολοκαυτώματος το κρίσιμο μελσολαβητικό στοιχείο παρέχεται από τον ίδιο τον Εθνικοσοσιαλισμό.

Επανάσταση και Αντεπανάσταση

Κάπου εδώ θα πρέπει να συμβιβαστούμε με ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του κλασικού Μαρξισμού, με την ανάλυση του Τρότσκι για το φασισμό, που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 κι ενώ οι Ναζί έκαναν την έφοδό τους προς την εξουσία. Παραδόξως, και ο Τζέρας και ο Τραβέρσο, παρά το μεγάλο σεβασμό που αποτίουν στον Τρότσκι, ουσιαστικά αρνούνται τη σχέση αυτής της ανάλυσης με την κατανόηση του Ολοκαυτώματος. Έτσι ο Τραβέρσο γράφει: «Το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα δεν μπορεί να γίνει σε βάθος αντιληπτό σαν συνάρτηση των ταξικών συμφερόντων του μεγάλου Γερμανικού κεφαλαίου -αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το ερμηνευτικό κριτήριο ‘σε τελική ανάλυση’ όλων των Μαρξιστικών θεωριών για το φασισμό- μπορεί μόνο να καταλήξει σε καρικατούρα».

Αλλά αυτή η κριτική στην ουσία βλέπει σαν καρικατούρα και τη θεωρία του Τρότσκι. Η ιδέα ότι ο Ναζισμός -και ο φασισμός πιο γενικά- ήταν εργαλείο του μεγάλου κεφαλαίου υπήρξε πράγματι ένα αναντίρρητο δόγμα της Σταλινικής Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η άποψη αυτή εκφράστηκε με λίγο πολύ ωμούς τρόπους -για παράδειγμα, από τον Τζον Στρέιτσι όταν αποκάλεσε τον φασισμό «μια από τις μεθόδους που ενδέχεται να υιοθετήσει η καπιταλιστική τάξη όταν η απειλή της εργατικής τάξης για τη σταθερότητα του μονοπωλιακού καπιταλισμού καταστεί οξεία», και ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, προσφέροντας τον επίσημο ορισμό της Κομιντέρν για το φασισμό, τον χαρακτήρισε ως «ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου». Η ίδια ιδέα δραματοποιήθηκε οπτικά από το περίφημο φωτομοντάζ του Τζον Χάρτφιλντ Το Πραγματικό Νόημα του Χιτλερικού Χαιρετισμού, όπου καπιταλιστικό χρυσάφι στρώνεται στο απλωμένο χέρι του Φύρερ.

Ειδικά όταν εστιάζει στην άνοδο του Ναζισμού, η ανάλυση του Τρότσκι αποφεύγει αυτές τις χοντροκομμένες απεικονίσεις του Χίτλερ ως απλά μια μαριονέτα του μεγάλου κεφαλαίου. Η αυθεντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ο Τρότσκι δεν υποτιμούσε τη σημασία του Ναζισμού ως μαζικό κίνημα, κάτι που μπορεί να αναδειχθεί αντιπαραβάλλοντας τις δύο αντικρουόμενες ιστορικές ερμηνείες του Εθνικοσοσιαλισμού. Μια από τις πιο αξιόλογες πρόσφατες προσπάθειες σφαιρικής κατανόησης του Ολοκαυτώματος ήταν το Γιατί Οι ουρανοί Δεν Σκοτείνιασαν του Άρνο Μάγιερ. Το επιχείρημα του Μάγιερ, που συνοψίζεται στον τίτλο της γερμανικής μετάφρασης του βιβλίου -Der Krieg als Kreuzzug (Ο Πόλεμος ως Σταυροφορία) βασίζεται στη σύγκριση ανάμεσα σ’ αυτό που αποκαλεί ‘Εβραιοκτονία’ και στις εκτεταμμένες σφαγές Εβραίων που συνόδευσαν την Πρώτη Σταυροφορία στα τέλη του 11ου αιώνα. Διατείνεται ότι η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα -η εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1941- ήταν μια σύγχρονη αντιμπολσεβίκικη σταυροφορία που είχε την υποστήριξη των ανώτερων τάξεων της ηπειρωτικής Ευρώπης που ήθελαν απεγνωσμένα την εξάλειψη της Κόκκινης απειλής.

Σε προηγούμενη μελέτη του ο Μάγιερ υποστήριζε ότι το παλαιό καθεστώς (ancien régime) με τα βασικά χαρακτηριστικά του -την κοινωνική και πολιτική κυριαρχία των γαιοκτημόνων- επιβίωσε μέχρι το 1914. Αυτό που αποκαλεί «γενική κρίση και τριάνατα χρόνια πολέμου στον 20ο αιώνα» -η εποχή της καταστροφής ανάμεσα στο 1914 και το 1945- αντιπροσώπευε την κρίση του παλαιού καθεστώτος. Το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η αντεπαναστατική αντίσταση των παλιών ελίτ στην απειλή που αντιπροσώπευαν για τα προνόμιά τους η Ρώσικη Επανάσταση και το διεθνές Κομμουνιστικό κίνημα που αυτή ενέπνευσε. Ακόμα και ο Εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια έκφραση αυτής της παρόρμησης. «Ενώ αυτός [ο Χίτλερ] κέρδιζε μαζική υποστήριξη στο Ναζισμό μεταξύ αυτών που βρισκόταν στα μεσαία στρώματα της γερμανικής κοινωνίας που ήταν, ή ένιωθαν θύματα του εκσυγχρονισμού, έβρισκε τους βασικούς συνεργάτες του ανάμεσα στα μέλη των παλιών ελίτ που συγκινούνταν λιγότερο από τα πολιτικά πιστεύω και περισσότερο από το υλικό και προσωπικό συμφέρον». Αυτό το μοτίβο, που ξεκίνησε από την ώρα που πήρε ο Χίτλερ την εξουσία, ήταν εξίσου ενεργό κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. «Οι Ναζί διακήρυσσαν φωναχτά ότι ο πόλεμος κατά της Ρωσίας ήταν ένας Glaubenskrieg [πόλεμος πίστης] ενάντια στον ‘Εβραιομπολσεβικισμό’, που αρχικά κέρδισε ουκ ολίγη συμπάθεια και υποστήριξη στους συντηρητικούς, τους αντιδραστικούς και τους φασίστες όλης της Ευρώπης». Ήταν η αποτυχία αυτής της επιχείρησης που ώθησε το Χίτλερ και τους οπαδούς του στο να ξεσπάσουν την οργή και την απελπισία τους πάνω στους Εβραίους, εξαπολύοντας το Ολοκαύτωμα: «η κλιμάκωση και η συστηματοποίηση των επιθέσεων στους Εβραίους ήταν μια έκφραση, όχι μιας ύβρης πάνω στην έπαρση της νίκης, αλλά μιας σύγχυσης κι ενός φόβου μπροστά στην πιθανή ήττα. Πράγματι η απόφαση για την εξόντωση των Εβραίων σήμανε την αρχή του τέλους για το Ναζιστικό Βεεμώθ, όχι τον επικείμενο θρίαμβό του».

Αυτή η τελευταία θέση -ότι αυτή η ‘Εβραιοκτονία’ ήταν αποτέλεσμα του στραβώματος των Ναζιστικών σχεδίων κατάκτησης της Ανατολής- προκάλεσε αρκετές επικρίσεις από άλλους ιστορικούς του Ολοκαυτώματος. Η συνολική ερμηνεία του Εθνικοσοσιαλισμού από τον Μάγιερ έχει όμως το αναμφισβήτητο προσόν της υπογράμμισης της συνενοχής των παραδοσιακών γερμανικών ελίτ, όχι απλά -όπως είναι πασίγνωστο- στην ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ, αλλά ακόμη και στα τελευταία εγκλήματα του καθεστώτος. Ήταν η Υψηλή Διοίκηση του Στρατού αυτή που συνέταξε την περιβόητη «Διαταγή των Κομισάριων» στις 6 Ιουνίου 1941, που πρόσταζε ότι προς το συμφέρον «της πάλης ενάντια στον Μποσλεβικισμό», οι Σοβιετικοί πολιτικοί κομισάριοι θα εκτελούνται επί τόπου. Αυτή η διαταγή ήταν μια εξουσιοδότηση για τις σφαγές που διέπραξαν οι Einsatzgruppen [οι Ναζιστικές Μονάδες Ειδικής Δράσης, πιο γνωστές ως Τάγματα Θανάτου] των SS, μετά την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Η εικόνα της «καλής» Wehrmacht που, γενικά, κράτησε τα χέρια της καθαρά δεν κατάφερε να επιβιώσει του εξονυχιστικού ελέγχου των ιστορικών: Στη Σερβία, για παράδειγμα, ήταν η Wehrmacht αυτή που δολοφόνησε όλους τους ενήλικες άρρενες Εβραίους και Ρομά.

Η διαπλαστική καθώς και η καταστροφική δύναμη της αντεπανάστασης καταλαμβάνει κεντρική θέση στην ιστορική φαντασία του Μάγιερ. Αλλά ό,τι και να πιστεύουμε γι’ αυτήν ως ερμηνεία της σύγχρονης Ευρωπαϊκής ιστορίας, τον οδηγεί σε μια υπερβολικά αδιαφοροποίητη άποψη για τον Εθνικοσοσιαλισμό. Συγκεκριμένα, υποτιμά τις συγκρούσεις που διαχώριζαν τους Ναζί από την κυρίαρχη τάξη. Για να παραθέσουμε μόνο το πιο προφανές παράδειγμα: κάποια από τα πιο επιφανή ονόματα της Γερμανικής αριστοκρατίας -ανάμεσά τους ο Μπίσμαρκ, ο Μέτερνιχ και ο Μόλτκε– εμπλέχθηκαν στη συνωμοσία για τη δολοφονία του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944. Η άγρια εκδίκηση που πάρθηκε μετέπειτα από τα SS έκανε σμπαράλια τα ανώτερα κλιμάκια του Πρωσικού στρατού. Στην ιστορία του της Αντίστασης στον Χίτλερ ο Γιόακιμ Φεστ υποστηρίζει ότι είναι παρανόηση της «πραγματικής φύσης της Ναζιστικής επανάστασης» να πιστεύει κανείς ότι «ο Εθνικοσοσιαλισμός ήταν ένα απαραίτητα συντηρητικό κίνημα. Στην πραγματικότητα ήταν εξισωτικό και καταστρεπτικό για τις υπάρχουσες δομές». Παρότι ο Φεστ γράφει για τη συντηρητική Frankfurter Allgemeine Zeitung η άποψή του για το Ναζισμό μπορεί να βρει υποστήριξη στις μελέτες της καθημερινής ζωής ιστορικών της αντίθετης πλευράς του πολιτικού φάσματος που τονίζουν την έκταση στην οποία οι εκσυγχρονιστικές διαδικασίες που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη την περίοδο του Γερμανικού Ράιχ και της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης συνεχίζονταν, και σε κάποιες περιπτώσεις επιταχύνονταν κάτω από τον Χίτλερ.

Η επανάσταση και η αντεπανάσταση, αυτές οι αντιθετικές εικόνες του εθνικοσοσιαλισμού -από τον συντηρητικό δημοσιογράφο Φεστ και τον «αριστεροαντιφρονούντα» ιστορικό Μάγιερ- συνοψίζουν τη δυσκολία στο να συλλάβει κανείς τη φύση του καθεστώτος και άρα από που πηγάζουν τα εγκλήματά του. Και οι δύο ερμηνείες μπορούν να παραθέσουν ιστορικά στοιχεία προς υποστήριξή τους, αλλά καμιά δε φαίνεται πραγματικά ικανοποιητική. Εδώ είναι που χρειαζόμαστε τη βοήθεια της ανάλυσης του Τρότσκι. Θα μπορούσε κανείς να ανακεφαλαιώσει την άποψή του ως εξής: ο Εθνικοσοσιαλισμός ως η πιο αναπτυγμένη μορφή του φασισμού είναι αντεπανάσταση μεταμφιεσμένη σε επανάσταση. Είναι αντεπανάσταση δεδομένου ότι με την ανάληψη της εξουσίας επιδιώκει την εξάλειψη της οργανωμένης εργατικής τάξης -«να καταστρέψει ως τα θεμέλια όλους τους θεσμούς της προλεταριακής δημοκρατίας», πολιτικά κόμματα, συνδικάτα και άλλες πιο ανεπίσημες ενώσεις. Είναι αυτή η αναγνώριση της θανάσιμης απειλής που ο Ναζισμός αντιπροσώπευε για τους γερμανικό εργατικό κίνημα που δίνει στα γραπτά του Τρότσκι των αρχών του 1930 τη σπουδαιότητα και την προφητική δύναμη καθώς πίεζε, μάταια, για ένα ενιαίο μέτωπο της αριστεράς ενάντια στο Χίτλερ. Όπως σημειώνει ο Νίκος Πουλαντζάς, ήταν «σχεδόν ο μόνος που είχε προβλέψει με έναν εκπληκτικό τρόπο, την εξέλιξη των πραγμάτων στη Γερμανία».

Αλλά ήταν η κατανόηση της φύσης της απειλής που συνιστούσε την πιο σημαντική ενόραση του Τρότσκι. Ο στόχος της καταστροφής της οργανωμένης εργατικής τάξης ήταν ένα από τα σημεία σύγκλισης ανάμεσα στους Ναζί και πολλούς κορυφαίους βιομηχάνους,τραπεζίτες, στρατηγούς και γαιοκτήμονες. Αλλά οι Ναζί ως μαζικό κίνημα αντιπροσώπευαν ένα πολύ πιο αποτελεσματικό μέσο πραγματοποίησης αυτής της αποστολής από τις συμβατικές δυνάμεις του κράτους:

Τη στιγμή που οι «συνηθισμένοι» πόροι της αστικής δικτατορίας, ο στρατός και η αστυνομία, μαζί με τα κοινοβουλευτικά παραπετάσματα, δεν επαρκούν πλέον για να κρατήσουν την κοινωνία σε κατάσταση ισορροπίας, τότε έρχεται η στροφή στο φασιστικό καθεστώς. Με τη διαμεσολάβηση του φασισμού, ο καπιταλισμός θέτει σε κίνηση τις μάζες της τρελαμένης μικρομπουρζουαζίας, τις συμμορίες του ξεπεσμένου και αποκαρδιωμένου λούμπεν προλεταριάτου, όλα αυτά τα αμέτρητα ανθρώπινα πλάσματα που το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει φέρει σε απόγνωση και σε παροξυσμό. Από το φασισμό η αστική τάξη απαιτεί μια καθαρή δουλειά. Και η φασιστική διαμεσολάβηση, χρησιμοποιώντας τη μικρομπουρζουαζία σαν πολιορκητικό κριό, σαρώνοντας όλα τα εμπόδια που θα βρεθούν στο διάβα της, επιτελεί αυτό το σοβαρό έργο.

Αυτή είναι η ιστορική συμβολή του Εθνικοσοσιαλισμού. Συγχώνευσε σε ένα κίνημα τη μικρομπουρζουαζία -τους μικροεπιχιρηματίες, τα λευκά κολάρα, τους αγρότες- που κουβαλούσαν την τραυματική εμπειρία του παγκοσμίου πολέμου, της επανάστασης, του πληθωρισμού και της παγκόσμιας ύφεσης:

Όσο οι Ναζί δρούσαν ως κόμμα και όχι ως κρατική εξουσία, δεν κατάφεραν να βρουν σημείο επαφής με την εργατική τάξη. Από την άλλη, η μεγάλη μπουρζουαζία, ακόμα κι αυτοί που χρηματοδοτούσαν το Χίτλερ, ποτέ δε θεώρησαν το κόμμα του ως δικό τους. Η εθνική «αντίσταση¨έγερνε αποκλειστικά προς τις μεσαίες τάξεις, το πιο καθυστερημένο κομμάτι του έθνους, τη βαριά σαβούρα της ιστορίας. Η πολιτική τέχνη συνίστατο στη συγχώνευση της μικρομπουρζουαζίας σε μία ενότητα μέσω της κοινής έχθρας προς το προλεταριάτο. Τι πρέπει να γίνει για να βελτιωθούνε τα πράγματα; Πρώτα απ’ όλα, να πνίξουμε αυτούς που βρίσκονται κάτω μας. Ανίκανη μπροστά στο μεγάλο κεφάλαιο, η μικρομπουρζουαζία ελπίζει στο μέλλον να ανακτήσει την κοινωνική της αξιοπρέπεια μέσω της συντριβής των εργατών.

Η ανάλυση του Τρότσκι της ταξικής βάσης του Εθνικοσοσιαλισμού, τον οποίο περιγράφει ως ένα μαζικό κίνημα των κοινωνικών στρωμάτων που βρίσκονται παγιδευμένα ανάμεσα στο μεγάλο κεφάλαιο και την οργανωμένη εργατική τάξη, επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη ιστορική έρευνα. Όμως αν το κοινωνικό νόημα του Ναζιμσού ήταν να διευθύνει τις αρνητικές ενέργειες που απελευθερώθηκαν από την κατά Μάγιερ «γενική κρίση του 20ου αιώνα» ενάντια στο εργατικό κίνημα, κατάφερε να το κάνει αυτό μόνο μέσω μιας δριμείας ψευδοεπαναστατικής ρητορικής. Αυτή περιελάμβανε αυτό που ο Ντανιέλ Γκερέν αποκαλούσε «δημαγωγικό αντικαπιταλισμό«. Η ναζιστική ιδεολογία ήταν αντικαπιταλιστική με τη στενή έννοια ότι θεωρούσε υπεύθυνο για όλα τα δεινά της γερμανικής κοινωνίας το «εβραϊκό χρηματιστηριακό κεφάλαιο». Αντιπαρέθετε στις αντιλήψεις της Βαϊμάρης την Ουτοπία της «λαϊκής κοινότητας» (Volksgemeinschaft), μιας φυλετικά καθαρής εθνικής κοινότητας, όπου το κεφάλαιο και η εργατική τάξη θα είναι μονοιασμένα και ο μικρός παραγωγός επιτέλους καβάλα στ’ άλογο. Εδώ βλέπουμε την κεντρικότητα του ρατσισμού στον Εθνικοσοσιαλισμό. Η υποτιθέμενα κοινή βιολογικά «φυλή» ένωνε τους Γερμανούς όλων των τάξεων ενάντια στους ξένους Εβραίους και τις άλλες κατώτερες φυλές, ειδικά τους Σλάβους, με τους οποίους, σύμφωνα με τον Κοινωνικό Δαρβινισμό του Χίτλερ, οι Γερμανοί βρισκόταν σε ανταγωνισμό για εδάφη και πόρους προς Ανατολάς.

Αυτή η ρατσιστική ψευδοεπαναστατική ιδεολογία παρείχε τη συγκολλητική ουσία του Εθνικοσιαλισμού ως μαζικού κινήματος. Ο Τρότσκι σημείωνε ότι ο πληβειακός, αντικαπιταλιστικός της Ναζιστικής ιδεολογίας έκανε τη χρησιμοποίηση του Χίτλερ ριψοκίνδυνη για τη γερμανική άρχουσα τάξη: «αυτή η μέθοδος ενέχει τους κινδύνους της. Παρότι χρησιμοποιεί το φασισμό, η μπουρζουαζία δεν το κάνει αυτό χωρίς φόβο». Αλλού γράφει: «Η πολιτική κινητοποίηση της μικρομπουρζουαζίας ενάντια στο προλεταριάτο… είναι αδιανόητη χωρίς εκείνη την κοινωνική δημαγωγία που σημαίνει παιχνίδι με τη φωτιά για τη μεγάλη μπουρζουαζία». Αλλά, παρότι τόσο ευαίσθητος στις συγκρούσεις των Ναζί με την άρχουσα τάξη, ο Τρότσκι θεωρούσα ότι θα έτειναν να ξεπεραστούν από τη στιγμή που οι τελευταίοι ανέλαβαν την εξουσία, όταν η ιδιότητα του φασισμού ως ξεχωριστού είδους μαζικού κινήματος σταδιακά θα εξαφανίζονταν: «όπως δείχνει το ιταλικό παράδειγμα, ο φασισμός οδηγεί στο τέλος σε μια στρατιωτικο-γραφειοκρατική δικτατορία Βοναπαρτιστικού τύπου». Αυτό συνεπάγεται μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο Ναζισμό πριν και μετά την ανάληψη της εξουσίας:

Ο γερμανικός φασισμός, όπως και ο ιταλικός φασισμός, ανέβηκε στην εξουσία πάνω στις πλάτες της μικρομπουρζουαζίας, που τη μετέτρεψε σε πολιορκητικό κριό εναντίον των οργανώσεων της εργατικής τάξης και των θεσμών της δημοκρατίας. Αλλά ο φασισμός στην εξουσία είναι κάθε άλλο παρά κυβέρνηση της μικρομπουρζουαζίας. Απεναντίας, είναι η πιο στυγνή δικτατορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Αλλά μακράν του να καταλήγει σε μια στρατιωτική δικτατορία, το Ναζιστικό καθεστώς έσφαξε τους στρατηγούς μετά τη συνωμοσία του Ιουλίου του 1944. Ο Πουλαντζάς, ασκώντας κριτική στον Τρότσκι, ανάμεσα στ’ άλλα, και για την αποτυχία του να συλλάβει την ιδιαιτερότητα του φασισμού ως παραλλαγή του καπιταλιστικού κράτους «εξαίρεσης», υποστήριξε ότι το σταθεροποιημένο φασιστικό καθεστώς χαρακτηρίζονταν από την υπερίσχυση στο εσωτερικό της κρατικής μηχανής της πολιτικής αστυνόμευσης. Οπωσδήποτε αυτό συμβαδίζει με το τελικό στάδιο του Ναζιστικού καθεστώτος, στο οποίο τα SS και ο αστυνομικός τους βραχίονας το Κεντρικό Γραφείο Ασφάλειας του Ράιχ (RSHA), αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα, μια διαδικασία που σημαδεύτηκε από το διορισμό του Χίμλερ ως Διοικητή του Εφεδρικού Στρατού στις 20 Ιουλίου 1944, σ’ αυτό που ο Φεστ αποκαλεί «καλοζυγισμένη χειρονομία περιφρόνησης από τη μεριά του Χίτλερ προς τους αξιωματούχους του στρατού». Αλλά ενώ η κριτική του Πουλαντζά στον Τρότσκι μού φαίνεται εδώ σωστή, η γενική του προσέγγιση -και η έμφαση που δίνει στη «σχετική αυτονομία του κράτους»- δε συλλαμβάνει την πολυπλοκότητα των δεσμών μεταξύ Εθνικοσοσιαλισμού και γερμανικού κεφαλαίου.

Αυτή χαρακτηρίζεται καλύτερα ως αντιφατική σύμπραξη. Βασίζονταν σε μια περιορισμένη σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ των Ναζί και τμημάτων του γερμανικού κεφαλαίου (ιδιαίτερα μ’ αυτούς που σχετίζονταν με τη βαριά βιομηχανία) με τα οποία μοιράζονταν κοινούς σκοπούς, ιδίως την καταστροφή της εργατικής τάξης και το αυτοκρατορικό πρόγραμμα επέκτασης προς ανατολάς. Ακόμα και πριν την επέλαση της Μεγάλης Ύφεσης, οι επικεφαλής της βαριάς βιομηχανίας είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αποκηρύσσοντας το «κράτος των συνδικάτων», του οποίου η αφοσίωση στην κοινωνική πρόνοια και τη θεσμοθετημένη συλλογική διαπραγμάτευση υπέβαλλε σε εξαιρετικά υψηλά κόστη το γερμανικό κεφάλαιο. Μ’ αυτή την έννοια το λοκ άουτ στη Βιομηχανία Σιδήρου και Χάλυβα το Νοέμβρη του 1928 σηματοδοτούσε ένα σημείο καμπής. Από την πτώση της Μεγάλης Συμμαχίας το Μάρτιο του 1930 και μετά, η αδιαλλαξία των βιομηχάνων στο υπόβαθρο της εντυπωσιακά επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης συνέβαλε στην καταδίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Γερμανία. Ο Ίαν Κέρσοου γράφει:

Κατά τη διάρκεια της Ύφεσης η δημοκρατία περισσότερο υπονομεύτηκε σκόπιμα από τις ελίτ για δικούς τους σκοπούς παρά απλά παραδόθηκε. Δεν επρόκειτο καθόλου για προβιομηχανικά υπολείμματα, αλλά -όσο αντιδραστικοί κι αν ήταν οι πολιτικοί τους στόχοι- για τα σύγχρονα λόμπι που απεργάζονταν ένα απολυταρχικό σύστημα για να προωθήσουν περαιτέρω τα κεκτημένα συμφέροντά τους. Στο τελευταίο επεισόδιο του δράματος, οι αγρότες κι ο στρατός είχε μεγαλύτερη επιρροή από τις μεγάλες επιχειρήσεις στο σχεδιασμό της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Αλλά και οι μεγάλες επιχειρήσεις, με την ιδιοτέλεια την πολιτική μυωπία τους, συνέβαλαν σημαντικά στην υπονόμευση της δημοκρατίας που ήταν το απαραίτητο πρελούδιο για την επιτυχία του Χίτλερ.

Η σχέση ανάμεσα στις μεγάλες επιχειρήσεις και τους Ναζί μετά την ανάρρηση του Χίτλερ στην Καγκελαρία ήταν γεμάτη εντάσεις. Οι ελπίδες των συντηρητικών ότι θα ενσωμάτωναν τους Ναζί ως κατώτερους συνεργάτες σύντομα διαλύθηκαν. Ο Χίτλερ και οι οπαδοί του χρησιμοποίησαν τη βασιλεία του τρόμου που εξαπέλυσαν ενάντια στην οργανωμένη εργατική τάξη και για ν δείξουν τη χρησιμότητά τους σ’ εκείνους που τους έφεραν στην εξουσία και για να καταλάβουν τον απόλυτο έλεγχο του κράτους (εξαιρουμένης της Ράιχσβερ). Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Κέρσοου και πάλι:

Μόνο ο Χίτλερ και το τεράστιο -αν και δυνητικά ασταθές- μαζικό κίνημα του οποίου ήταν επικεφαλής, μπορούσαν να διασφαλίσουν τον έλεγχο στους δρόμους και να κάνουν πράξη την «καταστροφή του Μαρξισμού», να αποτελέσουν τη βάση της ποθούμενης αντεπανάστασης. Ήταν όμως ακριβώς αυτή η εξάρτηση από το Χίτλερ και ο ζήλος για υποστήριξη των πιο ανελέητων μέτρων που υιοθέτησε από τις πρώτες βδομάδες και μήνες του νέου καθεστώτος που εξασφάλισε ότι η αδυναμία των παραδοσιακών ελίτ θα αποκαλύπτονταν τα επόμενα χρόνια καθώς η επιδιωκόμενη αντεπανάσταση θα έδινε τη θέση της στη Ναζιστική φυλετική επανάσταση στην Ευρώπη και θα άνοιγε το δρόμο για την πύρινη λαίλαπα και τη γενοκτονία που σάρωσε τον κόσμο.

Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών (30 Ιουνίου 1934) καταπράυνε τους φόβους της ελίτ για τον πληβειακό ριζοσπαστισμό των Ναζί, με την εξουδετέρωση του Ερνστ Ρεμ και άλλων ηγετών των SA (ταγμάτων εφόδου) που ήταν υπέρ μιας «Δεύτερης Επανάστασης», αλλά με κόστος την εδραίωση των Ναζί στην εξουσία και, ειδικά, τη διεύρυνση του ελέγχου του μηχανισμού ασφαλείας από τα SS (που έκαναν όλες τις σφαγές με τη βοήθεια του στρατού). Τους μήνες του 1937-8 η ακόμα μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση ακόμα μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση του καθεστώτος έγινε δυνατή με την απομάκρυνση των επικεφαλής του στρατού (Μπλόμπεργκ και Φριτς) και του Χιάλμαρ Σαχτ, που ως τότε καθόριζε την οικονομική πολιτική του καθεστώτος. Αυτές οι αλλαγές προσώπων, που αύξησαν σημαντικά τον έλεγχο του κράτους από το Χίτλερ και τα άλλα κορυφαία στελέχη των Ναζί, συνοδεύτηκαν από μια πιο αποφασιστική επιδίωξη της οικονομικής αυτάρκειας κι από την υιοθέτηση μιας πιο επιθετικής εξωτερικής πολιτικής -κινήσεις που, φυσικά, διαμόρφωσαν το πλαίσιο της πορείας των γεγονότων μέχρι το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών του Γ΄ Ράιχ σχετικά με το ρόλο που έπαιξαν τα εσωτερικά προβλήματα του Ναζιστικού καθεστώτος -συμπεριλαμβανομένης της ταξικής πάλης- στην πυροδότηση της πολεμοκαπηλείας. Ο κορυφαίος εκφραστής της Μαρξιστικής άποψης σε σχέση μ’ αυτό το ζήτημα, Τιμ Μέισον, διατύπωσε μεταξύ άλλων την περίφημη θέση ότι το Ναζιστικό καθεστώς χαρακτηρίζονταν από την «πρωτοκαθεδρία της πολιτικής»:

Από το 1936 και μετά το πλαίσιο της οικονομικής δράσης στη Γερμανία οριοθετούνταν ολοένα από την πολιτική ηγεσία. Οι ανάγκες της οικονομίας καθορίζονταν από πολιτικές αποφάσεις, κυρίως από αποφάσεις που αφορούσαν την εξωτερική πολιτική, και η ικανοποίηση αυτών των αναγκών στηρίζονταν οικονομικά στις στρατιωτικές επιτυχίες… Οι μεγάλες επιχειρήσεις ταυτίζονταν με το Ναζισμό για χάρη της παραπέρα οικονομικής τους ανάπτυξης. Η επιθυμία τους για κέρδη και επέκταση, που ικανοποιούνταν από το πολιτικό σύστημα, μαζί με τον ανυποχώρητο εθνικισμό των ηγετών τους, τους πρόσδεναν σε μια κυβέρνηση στους σκοπούς της οποίας, στο μέτρο που αυτοί υπόκεινταν στον οποιοδήποτε έλεγχο, δεν είχαν πρακτικά καμία επιρροή.

Το σκεπτικό του Μέισον είχε το σημαντικό προσόν ότι έκλεινε την πόρτα στην οποιαδήποτε προσπάθεια του χυδαίου Μαρξισμού να μειώσει το Ολοκαύτωμα και τα υπόλοιπα Ναζιστικά εγκλήματα σε απλή ενσάρκωση των αναγκών του γερμανικού κεφαλαίου. Αλλά παραείναι απλοϊκή η προσπάθεια χαρτογράφησης της διάκρισης μεταξύ Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και γερμανικού ιδιωτικού κεφαλαίου σε μια ευρύτερη, αυτή της πολιτικής και της οικονομίας. Επειδή το στοιχείο-κλειδί της «ριζοσπαστικοποίησης» του καθεστώτος το 1937-8 ήταν η ανάπτυξη του κράτους ως ανεξάρτητη πηγή οικονομικής δύναμης. Η πτώση του Σαχτ συνοδεύτηκε από την ανάδειξη του Γκέρινγκ σε κυρίαρχη φιγούρα της γερμανικής οικονομικής πολιτικής. Η στροφή στην κατεύθυνση του μεγαλύτερου κράτους και σ’ ένα βαθμό στην αντικατάσταση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας συμβολοποιήθηκε με τη σύσταση του Τετράχρονου Πλάνου, του οποίου επικεφαλής ήταν ο Γκέρινγκ. Πιο σημαντική κατά κάποιο τρόπο ήταν η ανάπτυξη της Reichswerke, της οποίας επικεφαλής ήταν και πάλι ο Στρατάρχης του Ράιχ, σε πολυεθνική εταιρεία κάτω από κρατικό έλεγχο που ανταγωνίζονταν με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, συχνά με μεγάλη επιτυχία, για τον έλεγχο των παραγωγικών πόρων που γινόταν διαθέσιμοι με τη γερμανική εδαφική επέκταση προς ανατολάς στην Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία και προς δυσμάς στη Γαλλία κατά την περίοδο 1938-40. Ο Ρίτσαρντ Όβερι υποστηρίζει ότι «η γερμανική οικονομική αυτοκρατορία δεν είχε κερδηθεί και κατακτηθεί από τον ιδιωτικό καπιταλισμό εκ μέρους των ‘καπιταλιστικών μονοπωλίων’, αλλά βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο, και σε μεγάλο βαθμό την ιδιοκτησία και τη διαχείριση, του οικονομικού μηχανισμού του Γκέρινγκ».

Είναι σημαντικό για οποιονδήποτε είναι σε ηλικία να θυμάται τις Μαρξιστικές συζητήσεις της δεκαετίας του 1960 κι του 1970 να αντιληφθεί ότι αυτό είναι το αντίθετο απ’ ότι προέβλεπε η δημοφιλής μεταξύ των Κομμουνιστικών Κομμάτων θεωρία του stamokap (κράτος του μονοπωλιακού καπιταλισμού). Αυτή περιελάμβανε μια αρκετά χοντροκομμένη μορφή ινστρουμενταλισμού σύμφωνα με την οποία το κράτος γίνεται εργαλείαο μιας χούφτας μεγάλων μονοπωλίων. Εδώ αντ’ αυτού οι Ναζί (ή, δοσμένου του κατακερματισμού του Führerstaat, ένα τμήμα του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος) χρησιμοποίησαν τον έλεγχο του κράτους για να αποκτήσουν απευθείας πρόσβαση στη διαδικασία της συσσώρευσης. Αυτό εξηγεί γιατί οι Ναζί δεν αναλύθηκαν απλά, όπως προέβλεπε ο Τρότσκι, σε ένα συμβατικό στρατιωτικό καθεστώς: μετέτρεψαν την πολιτική σε οικονομική δύναμη. αυτό το επίτευγμα θέτει υπό άλλο πρίσμα την «πρωτοκαθεδρία της πολιτικής» του Μέισον. Η επιτυχία του καθεστώτος του Χίτλερ στον ορισμό των παραμέτρων για το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν ήταν απλά μια πράξη ιδεολογικής ανύψωσης, αλλά μάλλον στενά συνδεδεμένη με την επιτυχία του να παγιώσει τον έλεγχο του μεγάλου και επεκτεινόμενου κρατικού κεφαλαίου.

Αυτή η θεώρηση βοηθάει επίσης στο να τεθεί η εξέλιξη του Εθνικοσοσιαλισμού σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο. Γιατί η δεκαετία του 1930 σημαδεύτηκε από την αποσύνθεση της παγκόσμιας αγοράς, από τη συρρίκνωση του εξαγωγικού εμπορίου κι από μία γενική τάση υποκατάστασης από το κράτος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας που θεωρούνταν ευρέως και από την αριστερά και από τη δεξιά της εποχής ως αποτυχημένη. Η πιο ακραία περίπτωση αυτής της τάσης προς τον κρατικό καπιταλισμό ήταν, φυσικά, η Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια της υποτιθέμενης «Σταλινικής επανάστασης» στα τέλη της δεκαετίας του 1920 με αρχές του 1930, αλλά και το New Deal στις ΗΠΑ και οι εθνικοποιήσεις που έκανε ακόμη και η κυριαρχούμενη από τους Τόρηδες Εθνική Kυβέρνηση της Βρετανίας είναι μερικά ακόμη παραδείγματα. Η παρόρμηση των Ναζί για αυτάρκεια και πόλεμο πρέπει να εκτιμηθεί σ’ αυτό το υπόβαθρο: οι αυξανόμενες δυσκολίες που αντιμετώπιζε η σε μεγάλο βαθμό κλειστή γερμανική οικονομία στην απόκτηση σπάνιων πρώτων υλών μέσω του εξαγωγικού εμπορίου αναμφίβολα έπαιξε ρόλο στην εξώθηση του καθεστώτος προς την αρπαγή τους μέσω της εδαφικής επέκτασης και της στρατιωτικής κατάκτησης. Αλλά η κρίσητων Ναζιστών ηγετών ότι η μακροπρόθεσμη επιβίωση εξαρτιόταν από την αυτοκρατορική εκστρατεία προς την ανατολική και την κεντρική Ευρώπη ήταν μια εκτίμηση που μοιράζονταν με σημαντικά τμήματα και του μεγάλου κεφαλαίου (ειδικά αυτού της βαριάς βιομηχανίας) και του στρατού.

Πάνω απ’ όλα ο ριζοσπαστισμός των Ναζί σέβονταν κάποια συγκεκριμένα όρια: με πιο σημαντικό, ότι η βασική δομή της οικονομίας παρέμενε ανέπαφη. Η Γερμανία υπό το Χίτλερ παρέμενε μία βιομηχανική καπιταλιστική κοινωνία, με την οικονομική εξουσία συγκεντρωμένη στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου. Από την άποψη της βασικής δομής των ταξικών σχέσεων, το αν αυτό το κεφάλαιο έπαιρνε τη μορφή των ιδιωτικών επιχειρήσεων είτε των κρατικών εκμεταλλεύσεων ήταν ένα ζήτημα δευτερεύον. Η Ουτοπία της φυλετικά καθαρής, κοινωνικά ομογενούς Volksgemeinschaft παρέμενε ουτοπία. Όπως επισημαίνει ο Ντέτλεφ Πόυκερτ, «Ο Εθνικοσοσιαλισμός πρόθυμα προσαρμόστηκε στις μακροπρόθεσμες τάσεις προς τη νεωτερικότητα. Όσον αφορά τα μακροπρόθεσμα κοινωνικοοικονομικά στατιστικά στοιχεία, τα χρόνια του Γ΄ Ράιχ (ή τουλάχιστον τα ειρηνικά χρόνια ως το 1939) δε δείχνουν καμία διαφοροποίηση, είτε θετική είτε αρνητική». Η εργατική τάξη, παρότι ατομικοποιημένη και υφιστάμενη μέχρι τέλους τη στενή παρακολούθηση και τον τρόμο των Υπηρεσιών Ασφαλείας, στάθηκε ικανή να χρησιμοποιήσει τις συνθήκες πλήρους απασχόλησης που δημιουργήθηκαν από την κούρσα των εξοπλισμών για να πιέσει για αυξήσεις στους μισθούς το 1938-9.

Όμως η ανάπτυξη αυτού που ο Πόυκερτ αποκαλεί «καρτέλ εξουσίας των βιομηχανικών ελίτ, των Ενόπλων Δυνάμεων και του Ναζιστικού κόμματος» δεν αντιπροσώπευε την εξαφάνιση του Ναζιστικού ριζοσπαστισμού. Μετά τη χαλιναγώγηση των SA, επικεντρώθηκε τώρα στα SS, που εξελίχθηκαν σε γραφειοκρατική αυτοκρατορία με κέντρο το Κεντρικό Γραφείο Ασφάλειας του Ράιχ (RSHA), αλλά έχοντας δημιουργήσει και το δικό του στρατιωτικό σκέλος, τα Waffen SS, και την Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών και Διαχείρισης (WVHA), υπεύθυνη για τη διοίκηση του αχανούς συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι αρχηγοί των SS, Χίμλερ και Χάιντριχ (επικεφαλής του RSHA), θεωρούσαν τους εαυτούς τους θεματοφύλακες της Ναζιστικής ιδεολογίας. Ο Χίμλερ ιδιαίτερα είχε ψύχωση με την αποκατάσταση της παραδοσιακής γερμανικής επαρχίας μέσω ενός τιτάνιου προγράμματος αγροτικού εποικισμού προς ανατολάς, βασισμένου στη δύναμη των γερμανικών όπλων. Αυτό το αλλόκοτο ανακάτεμα φυλετικής Ουτοπίας και μηχανισμών ασφαλείας στη γραφειοκρατία των SS είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση του Ολοκαυτώματος.

Ιδεολογία και Γενοκτονία

Η ανάπτυξη της έρευνας γύρω από το Ολοκαύτωμα τα τελευταία λίγα χρόνια έχει , κατά την άποψή μου, ξεκαθαρίσει οριστικά τη μεγάλη διαμάχη μεταξύ των «λειτουργιστών» και των «προθεσιακών» ιστορικών του Γ΄ Ράιχ. Η εξόντωση των Εβραίων, δεν προέκυψε αυτούσια από τα μακρόπνοα σχέδια του Χίτλερ, αλλά υπήρξε μία σταδιακή διαδικασία καθοδηγούμενη σε μεγάλο βαθμό «από τα κάτω», από πρωτοβουλίες ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας εντός της πολυκερματισμένης Ναζιστικής γραφειοκρατίας. Κι αυτό βέβαια δεν απαλλάσσει το Χίτλερ από τις ευθύνες του για το Ολοκαύτωμα. Η διαβόητη «προφητεία» του στο Ράιχσταγκ στις 30 Ιανουαρίου 1939 -«αν ο διεθνής χρηματιστικός Εβραϊσμός εντός και εκτός Ευρώπης καταφέρει να βυθίσει τα έθνη για μια ακόμη φορά σε παγκόσμιο πόλεμο, το αποτέλεσμα δεν θα είναι η μπολσεβικοποίηση της γης και άρα η νίκη του Εβραϊσμού, αλλά η εκμηδένιση της Εβραϊκής φυλής στην Ευρώπη!»- συχνά παρατίθονταν και από το Χίτλερ και από τους υφιστάμενούς του αφού επιδίωκαν να εκλπηρώσουν αυτή την πρόρρηση. Αλλά η αναγνώριση του ρόλου του Χίτλερ δεν είναι ασύμβατη με μια ανάλυση που υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα της διαδικασίας που οδήγησε στο Άουσβιτς. Μ’ αυτή την έννοια, η απεικόνιση του Ολοκαυτώματος από τους Μάρτιν Μπρόζατ και Χανς Μόμσεν ως το αποτέλεσμα αυτού που ο τελευταίος εύστοχα αποκάλεσε «σωρευτικό σπιράλ ριζοσπαστικοποίησης» είναι σωστή.

Έτσι, για να ξεκινήσουμε απ’ αυτό, είναι σαφές ότι η μαζική δολοφονία Εβραίων δεν ήταν η μόνη εναλλακτική που μελετήθηκε από τους Ναζιστές επικεφαλής λήψης αποφάσεων στην προσπάθεια να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που πρόσφερε ο πόλεμος να «καθαρίσουν» την Ευρώπη από τους Εβραίους -προτάσεις για απέλαση στων Εβραίων στη Μαδαγασκάρη ή στον Αρκτικό Κύκλο (αν καταφέρνανε να κατακτήσουν την ΕΣΣΔ) συζητήθηκαν σοβαρά, παρότι αυτά τα σχέδια πάντα προέβλεπαν το θάνατο πολλών Εβραίων μέσω των υλικών στερήσεων που θα προκαλούνταν από τη βίαιη απομάκρυνση και τον αφιλόξενο προορισμό. Αλλά ήταν η εισβολή στην ΕΣΣΔ στις 22 Ιουνίου του 1941 που δημιούργησε το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου η τελική λύση πήρε σάρκα και οστά. Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα αντικατόπτριζε τους μακροπρόθεσμους σκοπούς, όχι μόνο του Χίτλερ (όπως εκφράστηκαν, για παράδειγμα, στο Ο Αγών μου, αλλά επίσης και σημαντικών τμημάτων της γερμανικής άρχουσας τάξης: η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφτσκ που επιβλήθηκε στη Σοβιετική Ρωσία είχε δώσει για σύντομο διάστημα στη Γερμανία τον έλεγχο της Πολωνίας, της Ουκρανίας και των χωρών της Βαλτικής. Απ’ την αρχή η Ναζιστική ηγεσία έκανε σαφές ότι αυτός δε θα ήταν απλά ένας ακόμα πόλεμος, αλλά ένας Vernichtungskrieg -πόλεμος εξόντωσης- που θα διεξήγαγε εναντίον κατώτερων φυλών -των υπανθρώπων Σλάβων και των «Εβραιομπολσεβίκων» αφεντών τους, για να κατακτήσουν τον Lebensraum -ζωτικό χώρο- για τον γερμανικό Volk -λαό. Η μαζική δολοφονία ήταν εξαρχής ενσωματωμένη στις επιχειρήσεις. Αυτοί που καταστρώνανε τα πλάνα του γερμανικού στρατού προβλέπανε ότι τριάντα εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν εξαιτίας της διοχέτευσης των προμηθειών τροφίμων στην ικανοποίηση των αναγκών της Ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Η Διαταγή των Κομισάριων, όπως έχουμε δει, εξουσιοδοτούσε τις δυνάμεις εισβολής να εκτελούν την «Εβραιομπολσεβίκικη διανόηση» είτε συμμετείχαν είτε όχι σε μια πραγματική μάχη. Ήταν κομμάτι αυτού του πολέμου εξόντωσης η αποστολή των ταγμάτων θανάτου (Einsatzgruppen) δίπλα στη Βέρμαχτ. Οι μαζικοί πολυβολισμοί των Εβραίων που διενεργήθηκαν το καλοκαίρι του 1941 θεωρούνται γενικά ως το εναρκτήριο λάκτισμα του Ολοκαυτώματος. Αλλά στην πραγματικότητα ακόμα κι αυτές οι σφαγές δεν έφτασαν πρά μόνο μέσα από μια σειρά στάδια στο μέγεθος της γενοκτονίας. Στη Λιθουανία, για παράδειγμα, στους πρώτους πυροβολισμούς τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1941, στους οποίους 10-12.000 κατά κύριο λόγο Εβραίοι χάθηκαν, τα θύματα περιορίστηκαν κυρίως σε άνδρες Εβραίους και Κομμουνιστές. Ήταν μόνο τον Αύγουστο του 1941 επεκτάθηκαν κυριολεκτικά σε όλο τον αγροτικό Εβραϊκό πληθυσμό και σε σημαντικό αριθμό Εβραίων που ζούσαν στις πόλεις. Τουλάζιστον 120.000 Εβραίοι χάθηκαν, ενώ σε άλλες περίπου 45-50.000 επιτράπηκε να επιβιώσουν προσωρινά από τις «επιλογές» των πόλεων με την προοπτική να δουλέψουν στη γερμανική πολεμική βιομηχανία. Ο Κριστόφ Ντίκμαν υποστηρίζει ότι ένας αποφασιστικός παράγοντας της ριζοσπαστικοποίησης της Ναζιστικής πολιτικής απέναντι στους Εβραίους της Λιθουανίας ήταν η απροσδόκητα αργή πρόοδος του πολέμου. Αυτή υποχρέωσε τους Ναζί να αναθεωρήσουν το παλιότερο «σχέδιο της λιμοκτονίας» καθώς τα κατεχόμενα τμήματα της Σοβιετικής Ένωσης γινόταν σημαντικές βάσεις ανεφοδιασμού για τη Βέρμαχτ. Οι χρόνιες ελλείψεις τροφίμων ενθάρρυναν τις Ναζιστικές αρχές να δώσουν προτεραιότητα σ’ εκείνους που η εργασία τους ήταν αναγκαία: αντί να ταΐζουν εκείνος τους Εβραίους που θεωρούσαν «άχρηστα στόματα» τους δολοφονούσαν.

Αυτή η περιπτωσιολογική μελέτη αποτυπώνει τους ποικιλόμορφους παράγοντες που ευθύνονται για την εξόντωση των Εβραίων. Διάφορες ρεαλιστικές εκτιμήσεις έπαιξαν το ρόλο τους. Ένας απ’ τους παράγοντες, όπως έχουμε δει, ήταν οι κατά τόπους έλλειψη τροφίμων εξαιτίας της αποτυχίας των Ναζί να πετύχουν μια γρήγορη νίκη απέναντι στην ΕΣΣΔ όπως προσδοκούσαν. Ένας άλλος ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ αντίπαλων Ναζιστικών γραφειοκρατιών, στον οποίο τα SS χρησιμοποιούσαν την επιτυχία τους στο να κερδίσουν τη γενική ευθύνη του Εβραϊκού Ζητήματος στη διεκδίκηση μεγαλύτερης πολιτικής εξουσίας και πρόσβασης στους πενιχρούς πόρους. Μια περαιτέρω επιπλοκή προέκυψε από το γεγονός ότι η κλίμακα των γερμανικών νικών μεταξύ φθινοπώρου του 1939 και καλοκαιριού του 1941 έριχνε όλο και μεγαλύτερο αριθμό Εβραίων στα χέρια των Ναζί. Αυτό έρχονταν σε αντίφαση με τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Χίμλερ (ως Επιτρόπου του Ράιχ για την εδραίωση του Γερμανισμού) εποικισμού των γερμανικών εθνοτικών ομάδων όλης της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης στα νέα εδάφη που κατακτιόταν με τη δύναμη των γερμανικών όπλων. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ο Γκοτζ Άλι αποκαλεί «εθνοτικό φαινόμενο ντόμινο», όπου οι απαιτήσεις του Χίμλερ για ανεύρεση ζωτικού χώρου για τις δυσαρεστημένες γερμανικές εθνοτικές ομάδες συχνά κολλούσαν στα στρατόπεδα επανεγκατάστασης κι απ’ τη λαχτάρα των Ναζί Γκάουλαϊτερ να κάνουνε τις περιοχές τους judenfrei (απαλλαγμένες από Εβραίους) φορτώνονταν οι γερμανικές κατοχικές αρχές στην Πολωνία με ολοένα και πιο ανεξέλεγκτα πλήθη εξαθλιωμένων Εβραίων.

Η μαζική δολοφονία των Εβραίων κατέληξε να φαίνεται στους αξιωματούχους των Ναζί ως η μόνη διέξοδος απ’ αυτό τον διοικητικό εφιάλτη. Ο Άλι υποστηρίζει ότι αφού το σχέδιο απέλασης όλων των Εβραίων της Ευρώπης σε πιο αφιλόξενα μέρη της Σοβιετικής Ένωσης (που από μόνη της, ήταν, όπως σημειώνει αποτελούσε ένα «συνεκτικό σχέδιο μεσοπρόθεσμης βιολογικής εξόντωσης») στράβωσε χάρη στην πεισματική Σοβιετική αντίσταση, αναπτύχθηκε μία συναίνεση ότι δεν έμενε παρά να τους δολοφονήσουν. Ήταν στο πλαίσιο αυτής της απόφασης που σύμφωνα με τον Άλι πάρθηκε το φθινόπωρο του 1941, το ότι επιλέχθηκαν οι θάλαμοι αερίων ως βασικό εργαλείο της βιομηχανοποιημένης εξόντωσης και ότι τα Μπέλζεκ, Σομπιμπόρ, Τρεμπλίνκα, Κέλμνο και Μαϊντάνεκ εξελίχθηκαν σε στρατόπεδα εξόντωσης, κι ότι το Άουσβιτς-Μπίρκεναου ανέλαβε, κοντά στην υπάρχουσα λειτουργία του ως στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, το ρόλο του τόπου μαζικής δολοφονίας.

Το Άουσβιτς πράγματι, με τις ποικίλες λειτουργίες του, συνοψίζει το πλήθος των αποφάσεων που παρήγαγαν το Ολοκαύτωμα. Στρατηγικά τοποθετημένη στη διασταύρωση του σιδηροδρομικού συστήματος της Κεντρικής Ευρώπης που την έκανε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα ένα σημαντικό ενδιάμεσο σταθμό των Πολωνών εργατών γης που δούλευαν στη Γερμανία και την Αυστρία, η μικρή γαλικιανή πόλη Οσβιέτσιμ έγινε τόπος, αρχικά, ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης των SS στην υπηρεσία της Ναζιστικής τρομοκρατίας στην πρόσφατα κατακτημένη Πολωνία. Μετά έγινε κέντρο για τα σχέδια εποικισμού των γερμανικών εθνοτικών ομάδων του Χίμλερ στην κλεμμένη γη των εξορισμένων Πολωνών γαιοκτημόνων. Μετά, λόγω της εγγύτητάς της με τα ανθρακωρυχεία της Άνω Σιλεσίας και της διαθεσιμότητας των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου ως εργατών-σκλάβων, κατασκευάστηκε εκεί το εργοστάσιο παραγωγής συνθετικού καουτσούκ Buna της IG Farben. Και, τελικά, το στρατόπεδο εξόντωσης όπου αφανίστηκαν εκατομμύρια Εβραίοι απ’ όλη την Ευρώπη.

Ο Άλι περιγράφει τη διαδικασία της οποίας αποτέλεσμα ήτανε το Ολοκαύτωμα ως ένα παράδειγμα αυτού που αποκαλεί «εξάσκηση προβολικής ανάλυσης συγκρούσεων» των Ναζί:

Οι συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα στα διάφορα κέντρα εξουσίας του Γ΄ Ράιχ, που διαρκώς αποκτούσαν και έχαναν τη σημασία και την επιρροή τους, ανέκυπταν από τις εντάσεις ανάμεσα στους διαφέροντες και γενικώς υπερτροφικούς σκοπούς (της κατάκτησης), τις απολυμασμένες κοινωνικές ουτοπίες και την πασίγνωστη σπανιότητα των υλικών που είναι απαραίτητα για την ικανοποίησή τους. Ακόμη και όταν οι εκπρόσωποι των διαφόρων θεσμών είχαν αντικρουόμενα, αλληλοαποκλειόμενα συμφέροντα, ήραν πρόθυμα να συνεργαστούν για να επιλύσουν τις συγκρούσεις που αναγκαία παράγονταν από τις αποκλίνουεσς στρατηγικές τους -και ιδιαίτερα την εσκεμμένη βιασύνη για την υλοποίησή τους- με τη βοήθεια της κλοπής, της καταναγκαστικής εργασίας και της εξόντωσης.

Κρίσιμος σ’ αυτή τη διαδικασία ήταν ο συχνά σιωπηρός ρόλος που έπαιξε ο βιολογικός ρατσισμός στο να παρέχει το πλαίσιο της συζήτησης και τη βάση πάνω στην οποία μπορούσαν να νομιμοποιηθούν οι αποφάσεις. Η ακόλουθη παρατήρηση του Χίτλερ στο Χίμλερ το 1942 είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στην παραδοχή του Ολοκαυτώματος, αλλά είναι επίσης και άκρως αποκαλυπτική για το χαρακτήρα αυτής της ιδεολογίας: «Η ανακάλυψη του Εβραϊκού ιού είναι μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις που έχουν συμβεί ποτέ στον κόσμο. Η μάχη στην οποία συμμετέχουμε είναι του ίδιου είδους με τη μάχη που δόθηκε, τον προηγούμενο αιώνα, από τον Παστέρ και τον Κοχ. Πόσες ασθένειες αντλούν την προέλευσή τους από τον Εβραϊκό ιό! …Θα ανακτήσουμε την υγεία μας μόνο μέσα από την εξάλειψη του Εβραίου».

Η ιατρική γλώσσα (επίσης παρούσα στην κοινή Ναζιστική χρήση της λέξης «εκκαθάριση» ως ευφημισμού για τη μαζική δολοφονία) είναι ενδεικτική μιας ψευδοεπιστημονικής ιδεολογίας που κήρυττε την ιεραρχία των φυλών του κόσμου από την οποία οι «ακατάλληλοι» έπρεπε να εξαλειφθούν. Ήταν δυνάμει αυτής της ιδεολογίας που ο Χίτλερ εξουσιοδότησε το μυστικό «πρόγραμμα ευθανασίας» Τ-4 δια του οποίου 70-90.000 ψυχικά νοσούντες δολοφονήθηκαν το 1939-41: το προσωπικό που χρησιμοποιήθηκε και η τεχνογνωσία που απαιτήθηκε σ’ αυτή την επιχείρηση αργότερα μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα της Επιχείρησης Ράινχαρντ (Μπέλζεκ, Σομπιμπόρ και Τρεμπλίνκα). Ο ίδιος βιολογικός ρατσισμός -μια σύγχρονη ιδεολογία, όχι ο παραδοσιακός αντισημιτισμός- έδωσε το κίνητρο για τη δολοφονία των Ρομά και των Σίντι, κυρίως μέσα από πρωτοβουλίες της Εγκληματολογικής Αστυνομίας (μια ξεχωριστή από τις Αστυνομικές Δυνάμεις Ασφαλείας πτέρυγα του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ) και παρά την έλλειψη προσωπικού ενδιαφέροντος του Χίτλερ για το «Αθιγγανικό Ζήτημα».

Αλλά ήταν ο «Εβραϊκός ιός», όπως τον αποκαλούσε ο Χίτλερ, που αντιπροσώπευε τον πιο θανάσιμο κίνδυνο για την υγεία του γερμανικού Volk. Με τα λόγια του Πάουλ Καρλ Σμίτ, επικεφαλής του γραφείου τύπου του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών το 1943: «Το Εβραϊκό Ζήτημα δεν είναι ζήτημα ανθρωπισμού ούτε και ζήτημα θρησκείας, αλλά ζήτημα πολιτικής υγιεινής. Ο Εβραϊσμός πρέπει να πατάσσεται όπου εντοπίζεται, γιατί είναι ένα πολιτικό μίασμα, ένας παράγοντας ζύμωσης της αποσύνθεσης και του θανάτου κάθε εθνικού οργανισμού». Έτσι όταν ήρθε η ώρα της εκπόνησης πρακτικών πολιτικών για την «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος», η δολοφονία ήταν μια προεπιλεγμένη θέση για τους Ναζί, που συγκροτούνταν από μία ιδεολογία η οποία αναγνώριζε τους Εβραίους ως θανάσιμη απειλή. Το Ολοκαύτωμα ήταν το αποτέλεσμα της γραφειοκρατικής επίλυσης προβλημάτων που επικαθορίζονταν από το βιολογικό ρατσισμό, οποίος αποτελούσε τη συγκολλητική ουσία της Εθνικοσιοσιαλιστικής ιδεολογίας.

Η πρωτοκαθεδρία της Ναζιστικής ιδεολογίας στην ανάπτυξη του Ολοκαυτώματος είναι κρίσιμη για να αντιληφθούμε ότι ακόμα κι αν οι οικονομικές πιέσεις -για παράδειγμα, η έλλειψη τροφίμων στην κατεχόμενη ΕΣΣΔ- μπορεί να έδωσαν ένα επιπλέον κίνητρο σε συγκεκριμένες εκστρατείες δολοφονιών, η εξόντωση των Εβραίων δεν μπορεί να κατανοηθεί με οικονομικούς όρους. Ο Ραούλ Χίλμπεργκ υποστηρίζει ότι «στο πρώιμο στάδιο [της απομόνωσης και απαλλοτρίωσης των Εβραίων] τα οικονομικά οφέλη, ιδιωτικά ή δημόσια, ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα έξοδα, αλλά στη φάση των σκοτωμών οι απώλειες δεν ισοσταθμίζονταν πια από τις εισπράξεις». Από τη σκοπιά της πολεμικής προσπάθειας, το Ολοκαύτωμα κατέστρεψε σπάνιους ειδικευμένους εργάτες και εξέτρεψε τροχαίο υλικό από στρατιωτικούς σκοπούς. Μεμονωμένες καπιταλιστικές επιχειρήσεις όπως η IG Farben αναμφίβολα άντλησαν κέρδη από την εξόντωση των Εβραίων αλλά, όσο ουσιαστικά ορθολογική κι αν κατέληξε να είναι η γραφειοκρατική οργάνωση του Ολοκαυτώματος, αυτό το έγκλημα υπαγορεύονταν από υπολογισμούς που δεν είχαν να κάνουν ούτε με την κερδοφορία ούτε με τη στρατιωτική στρατηγική.

Ο βιολογικός ρατσισμός έπαιξε επίσης καίριο ρόλο ως κίνητρο των δραστών. Ο Νόρμαν Τζέρας, όπως έχουμε δει,να υπογραμμίσει τη σημασία της Ναζιστικής αποχαλίνωσης της ροπής προς το έγκλημα. Τώρα υπάρχουν αποδείξεις γι’ αυτό, ιδίως στις σφαγές εν είδει πογκρόμ -για παράδειγμα κατά τη ριζοσπαστικοποίηση της δολοφονίας των Εβραίων της Λιθουανίας το καλοκαίρι του 1941, όταν τα Τάγματα Θανάτου (Einsatzgruppen) εκμεταλλεύτηκαν τον αντισημιτισμό των ντόπιων, ενθαρρύνονται τη συμμετοχή του Λιθουανικού λαού στους φόνους. Αλλά ο αντισημιτισμός -είτε στην ψευδοεπιστημονική μορφή που έπαιρνε στη Ναζιστική ιδεολογία είτε στην πιο παραδοσιακή του εκδοχή- απαιτούνταν ώστε να μετατρέψει τους Εβραίους στον αντικειμενοποιημένο Άλλο εναντίον του οποίου αυτά τα πάθη μπορούσαν νόμιμα να εκφραστούν.

Η αφοσίωση της Ναζιστικής ιδεολογίας βοήθησε στο να διατηρήσει η ελίτ των SS το συνδυασμό της ανάλγητης αποτελεσματικότητας και αυτοελέγχου που φαίνεται να ήταν αυτό που εννοούσε ο Χίλμερ με το όρο «αξιοπρέπεια» στην περίφημη ομιλία του της 4ης Οκτώβρη 1943 στους στρατηγούς (Gruppenführer) των SS στο Πόζναν, όταν δήλωσε: «Οι περισσότεροι από σας ξέρετε τι σημαίνει όταν 100 πτώματα κείτονται εκεί πέρα ή 500 ή 1000. Έχοντας περάσει όλα αυτά -πλην κάποιων εξαιρέσεων από ανθρώπινη αδυναμία- το να έχουμε κρατήσει την αξιοπρέπειά μας, αυτό μας χαλυβδώνει. Αυτή είναι μια ένδοξη σελίδα της ιστορία μας που ποτέ δε γράφηκε και που ποτέ δε θα γραφεί». Όπως σημειώνει ο Ούλριχ Χέρμπερτ:

Ο διανοουμενίστικος αντισημιτισμός, ας το πούμε έτσι, είναι ανιχνεύσιμος ειδικά στους ηγέτες της Υπηρεσίας Ασφαλείας και των Ταγμάτων Θανάτου. Εδώ, στο σκληρό πυρήνα της γενοκτονίας, η εχθρότητα προς τους Εβραίους είναι εμφανής ως εκδήλωση μιας ριζοσπαστικής «εθνικολαϊκής» (völkisch) κοσμοαντίληψης… το να βλέπουν τις ίδιες τους τις πράξεις μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας κοσμοαντίληψης όχι μόνο τους προστάτευε από την παρεμβολή άλλων παραγόντων, αλλά τους παρείχε κι εκείνο τον απαλλακτικό λόγο που χαλάρωνε την αυτοσυγκράτησή τους και τους πρόσφερε μια οδό αυτοδικαιολόγησης, με το να αναπαριστούν τις πράξεις τους ως αναγκαίο μέσο προς ένα ανώτερο σκοπό, αναστέλλοντας έτσι τις κεκτημένες ανθρωπιστικές αρχές.

Ο καθοριστικός ρόλος που έπαιξε η Ναζιστική ιδεολογία στο Ολοκαύτωμα, μπορεί να φαίνεται ότι αποκλείει κάθε Μαρξιστική ερμηνεία. Αυτό τουλάχιστον υπαινίσσεται η δήλωση του Χέρμπερτ: «Ο ρατσισμός δεν ήταν μια ‘λανθασμένη πεποίθηση’ που εξυπηρετούσε τη συγκάλυψη των πραγματικών συμφερόντων του καθεστώτος, που ήταν στην ουσία οικονομικά. Ήταν το σταθερό σημείο ολόκληρου του συστήματος». Αλλά αυτή είναι μια καρικατούρα του ιστορικού υλισμού που τον υποβιβάζει την απόδοση οικονομικών κινήτρων σε όλους τους κοινωνικούς παράγοντες. Ο Μαρξ, όπως είναι γνωστό, απάντησε στην ένσταση που είχε διατυπωθεί για τη θεωρία του, ότι: «αυτή αληθεύει λίγο-πολύ για την εποχή μας, όπου κυριαρχούν τα υλικά συμφέροντα, άλλα όχι για το Μεσαίωνα, όπου κυριαρχούσε ο Καθολικισμός, ούτε για την Αθήνα και τη Ρώμη, όπου κυριαρχούσε η πολιτική», λέγοντας: «είναι ο τρόπος με τον οποίο κέρδιζαν το ψωμί τους που εξηγεί γιατί στη μια περίπτωση η πολιτική και στην άλλη ο Καθολικισμός έπαιζαν τον κύριο ρόλο». Όμοια μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορικοϋλιστική αιτιολόγηση του Ολοκαυτώματος πρέπει να διέπεται, όχι από την άρνηση του ρόλου που έπαιξε ο βιολογικός ρατσισμός στην εξόντωση του Ολοκαυτώματος, αλλά από την εξήγηση γιατί αυτή η ιδεολογία πήρε μια τέτοια κεντρικότητα στον Εθνικοσοσιαλισμό. Πολλή από τη σύγχρονη ιστοριογραφία του Γ΄ Ράιχ φαίνεται ότι, στην προσπάθειά της να διορθώσει παλιότερες παραλείψεις, να αντιμετωπίσει το ρατσισμό ως ένα είδος κτηνώδους στοιχείου που καθαυτό δεν επιδέχεται ερμηνείας.

Για να ξεπεραστεί αυτή η αδυναμία απαιτείται να τοποθετήσουμε το Ολοκαύτωμα στην ευρύτερη εξέλιξη του Εθνικοσοσιλαιστικού καθεστώτος. Εδώ την πιο σημαντική συμβολή έχει ο Μάρτιν Μπρόζατ, που τοποθετεί τη ριζοσπαστικοποίηση του καθεστώτος, την περιβόητη «φυλετική επανάσταση, στο πλαίσιο της αποτυχίας των Ναζί να ανοικοδομήσουν τη γερμανική κοινωνία:

Τα λίγο-πολύ εταιρειοκρατικά χαρακτηριστικά των ιδανικών του Εθνικοσοσιαλισμού, η επιδίωξη μιας συνεκτικής νέας τάξης για τη γεωργία…, οι ιδέες για τη μεταρρύθμιση του Ράιχ και οι προτάσεις για την επαναστατική μετάπλαση του στρατού, της δημόσιας διοίκησης και του δικαστικού σώματος -καμιά απ’ αυτές δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Η δύναμη του Εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος ήταν μόνο αρκετή για να θέση σε κίνδυνο την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και να την υπονομεύσει μερικώς… Όμως όσο λιγότερη τύχη είχαν να μεταφράσουν το Εθνικοσοσιαλιστικό ιδεολογικό δόγμα σε καθήκοντα δημιουργικής αναδιοργάνωσης, τόσο πιο αποκλειστικά αυτή η ιδεολογική πολιτική εστίαζε μόνο στις αρνητικές όψεις και σκοπούς, που πρωτίστως επηρέαζαν μόνο νομικές, ανθρωπιστικές και ηθικές αρχές, που όμως φαίνονταν να είναι κοινωνικά και πολιτικά ασήμαντες. Αλλά αφού η πρακτική (παρά η προπαγανδιστική) δραστηριότητα του ιδεολογικού κινήματος ήταν σχεδόν αποκλειστικά επιφορτισμένη μ’ αυτούς τους σκοπούς, η μόνη λογική παραπέρα ανάπτυξη έπρεπε βασίζεται στα εντεινόμενα μέτρα κατά των Εβραίων, των ψυχικά νοσούντων και των αντικοινωνικών στοιχείων. Αλλά οι διακρίσεις δεν μπορούσαν να ενισχύονται επ’ άπειρον. Ως εκ τούτου το «κίνημα» ήταν καταδικασμένο να επιδοθεί στην πρόκληση της φυσικής εξόντωσης [των εχθρών του].

Το επιχείρημα του Μπρόζατ παρέχει, κατά την άποψή μου, την καλύτερη βάση κατανόησης της «σωρευτικής ριζοσπαστικοποίησης» του Εθνικοσοσιαλισμού που ο ίδιος και ο Χανς Μόμσεν έχουν υπογραμμίσει. Ο Ίαν Κέρσοου προσφέρει μια εναλλακτική ερμηνεία που δίνει έμφαση στον προσωπικό ρόλο του Χίτλερ στο καθεστώς. Πράγματι για τον Κέρσοου, το πιο αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό του Εθνικοσοσιαλισμού φαίνεται να είναι η μοναδική αρχή του Χίτλερ, την οποία θεωρεί ως ένα παράδειγμα αυτού που ο Μαξ Βέμπερ αποκαλούσε χαρισματική κυριαρχία. Οι προσωπικές πρωτοβουλίες των Ναζιστών αξιωματούχων που έπαιξαν τόσο κρίσιμο ρόλο, για παράδειγμα, στην ανάπτυξη του Ολοκαυτώματος νομιμοποιούνταν, ισχυριζόμενοι ότι (όπως το έθεσε ένας απ’ αυτούς) «δούλευαν για τον Φύρερ«: η δικαιολογία που παρέχονταν από μια τέτοια επίκληση στνην αρχή του Χίτλερ βοηθούσε στο να παρθεί ένα συνονθύλευμα φυγόκεντρων πρωτοβουλιών που οδήγησαν ο Ναζιστικό καθεστώς σε μια κλιμακούμενη βαρβαρότητα και σ’ έναν προοδευτικό κατακερματισμό:

Οι γιατροί βιάζονταν να προτείνουν ασθενείς για τα άσυλα του «προγράμματος ευθανασίας» προς το συμφέρον ενός ευγονικά «υγιέστερου» λαού. Οι δικηγόροι και οι δικαστές συνεργάζονταν με ζήλο στο ξήλωμα των νομικών μέτρων προστασίας προκειμένου να καθαρίσουν την κοινωνία από τα ¨εγκληματικά στοιχεία» και τους ανεπιθύμητους. Οι επικεφαλής των επιχειρήσεων ανυπομονούσαν να αντλήσουνε κέρδη από τις προετοιμασίες για πόλεμο κι όταν αυτός ξεκίνησε για την αρπαγή της λείας και για την εκμετάλλευση των ξένων σκλάβων εργατών. Οι φιλόδοξοι τεχνοκράτες και επιστήμονες γύρευαν να διευρύνουν την εξουσία και την επιρροή τους πηδώντας στο βαγόνι του τεχνολογικού πειραματισμού κι εκμοντερνισμού. Οι μη Ναζιστές στρατιωτικοί ηγέτες έδειχναν απέραντη προθυμία στο να αναπτύξουν ένα σύγχρονο στρατό και να ανακτήσουν την γεμονία της Γερμανίας στην κεντρική Ευρώπη. Οι παλιομοδίτες συντηρητικοί ένιωθαν μια απέχθεια για τους Ναζί, αλλά ακόμα μεγαλύτερο φόβο και απαρέσκεια για τους Μπολσεβίκους. Όλοι αυτοί, μέσω των πολλών και διάφορων μορφών συνεργασίας, τουλάχιστον εμμέσως «δούλευαν για τον Φύρερ«. Το αποτέλεσμα ήταν η ασταμάτητη ριζοσπαστικοποίηση του «συστήματος» και η σταδιακή ανάδειξη πολιτικών στόχων στενά συνδεδεμένων με τις ιδεολογικές επιταγές που αντιπροσωπεύονταν από το Χίτλερ.

Αυτό το κείμενο εστιάζει στο αίσθημα που σταδιακά αναπτύσσεται γύρω από τη μεταφορά «δουλεύω για τον Φύρερ» καθώς διαβάζει κανείς την ωραία βιογραφία του Χίτλερ απ’ τον Κέρσοου -δηλαδή μια έννοια που μέσα σε συγκεκριμένα όρια μπορεί να είναι αρκετά χρήσιμη να τεντώνεται σε τέτοιο βαθμό που να καταντάει άχρηστη. Συχνά παρατηρείται μια απόκλιση μεταξύ των πραγματικών κινήτρων των παραγόντων που απαριθμήσαμε πριν και των λόγων που πρόβαλλαν για να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους στη «δημόσια σφαίρα» του Γ΄ Ράιχ. Ο Κέρσοου προφυλάσσεται απ’ αυτού του είδους τις ενστάσεις, χαρακτηρίζοντας αυτές τις περιπτώσεις ως τέτοιες «στις οποίες το ιδεολογικό κίνητρο ήταν δευτερεύον, ή ίσως ακόμα και εντελώς απόν, και στις οποίες η αντικειμενική λειτουργία των πράξεων ήταν ότι προωθούσαν τη δυνατότητα υλοποίησης των στόχων που ο Χίτλερ ενσάρκωνε». Αλλά ποιο κριτήριο χρησιμοποιεί κανείς για να προσδιορίσει αν οι συγκεκριμένες πράξεις είχαν «αντικειμενική λειτουργία»;

Ο Κέρσοου λέει ότι ο Χίτλερ «αντιπροσώπευε» ή «ενσάρκωνε» ορισμένες «ιδεολογικές επιταγές», αλλά αυτό απλά μεταθέτει το πρόβλημα: πώς μπορούμε να εξακριβώσουμε ποιες ήταν αυτές οι επιταγές; Η αναφορά στους προσωπικούς στόχους του Χίτλερ θα κατέρρεε σ’ ένα είδος προθεσιακότητας στην οποία η μεταφορά «δουλεύω για το Φύρερ» νοείται μάλλον ως υπεκφυγή. Μ’ ένα τρόπο γνωστό σε κάθε μαθητή του Χέγκελ ο αντικειμενισμός κινδυνεύει να ολισθήσει στο εκ διαμέτρου αντίθετό του, τον υποκειμενισμό. Ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε αυτή την παγίδα είναι, κατά την άποψή μου, να τοποθετήσουμε στη βάση της ερμηνείας μας, όχι τον προσωπικό ρόλο του Χίτλερ ως χαρισματικού ηγέτη, αλλά μάλλον την ιδιαίτερη φύση του Ναζισμού ως διακριτό είδος μαζικού κινήματος.

Εδώ επιστρέφουμε στην ανάλυση του Τρότσκι για το φασισμό. Ο Εθνικοσοσιαλισμός αντιπροσώπευε μια συγκεκριμένη απάντηση στις έντονες κοινωνικές και οικονομικές αντιφάσεις από τις οποίες διέπονταν η γερμανική κοινωνία στην αυγή της κατά Μάγιερ «Γενικής Κρίσης και Τριάντα Χρόνων Πολέμου του 20ού αιώνα». Ενώ κινητοποιούσε τους οπαδούς του υπέρ ενός αντεπαναστατικού σχεδίου -την καταστροφή της οργανωμένης εργατικής τάξης και την αποκατάσταση του γερμανικού ιμπεριαλισμού- τους υπόσχονταν το φαινομενικά επαναστατικό όραμα της Volksgemainschaft, μιας φυλετικής Ουτοπίας από την οποία τόσο η ταξική πάλη όσο και οι αλλότριες φυλές (ενοποιημένες στη Ναζιστική ιδεολογία στη φιγούρα του Εβραίου που βάζει τον Γερμανό απέναντι στον Γερμανό) θα είχαν αποβληθεί. Στερούμενος την εκπλήρωση με τη μορφή της γνήσιας ανοικοδόμησης της κοινωνίας όταν ο Χίτλερ πήρε την εξουσία, ο Ναζιστικός ριζοσπαστισμός περιορίστηκε στο Εβραϊκό Ζήτημα. Η ενεργητικότητα του κινήματος μπορούσε με ασφάλεια να εστιάσει σ’ αυτές που ο Μπρόζατ αποκαλεί «αρνητικές όψεις» της Εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας -στην παρόρμηση προς την εξάλειψη του Άλλου. Η φυλετική πολιτική δεν απειλούσε την άβολη συνθήκη που πέτυχαν οι Ναζί με το μεγάλο κεφάλαιο. Για να το πούμε ωμά -ο Εθνικοσοσιαλισμός απέτυχε να δημιουργήσει τη Volksgemeinschaft, αλλά τουλάχιστον τα SS μπορούσαν να εξοντώσουν τους Εβραίους.

Η ερμηνεία που σκιαγραφείται εδώ συμβαδίζει με κάποια υπονοούμενα του Σλάβοϊ Ζίζεκ. Γράφει ότι «η πραγματική φρίκη του Ναζισμού έγκειται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο εκτόπιζε/πολιτογραφούσε τον κοινωνικό ανταγωνισμό σε φυλετικές διαφορές». Αλλού υποστηρίζει ότι «ο πολιτικός εξτρεμισμός» ή «ο υπερβολικός ριζοσπαστισμός» δεν ήταν ως εκ τούτου απλά συνέπεια ούτε του δικού του κατακερματισμού ούτε του προσωπικού ρόλου του Χίτλερ. Αντανακλούσε τη δομική ανικανότητα του Εθνικοσοσιαλισμού «να φτάσει μέχρι τέλους» -να απομακρύνει τις κοινωνικές αντιφάσεις στις οποίες προβάλλονταν ως η απάντηση και για τις οποίες υπόσχονταν ότι έχει τη θεραπεία.

Σ’ αυτό το σημείο είναι που υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στο Ολοκαύτωμα και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεν ισχύει φυσικά, όπως έχω ήδη επισημάνει, ότι η εξόντωση των Εβραίων μπορεί να γίνει αντιληπτή με βάση τις οικονομικές ανάγκες του γερμανικού κεφαλαίου. Αλλά ο Εθνικοσοσιαλισμός έγινε μαζικό κίνημα κατά τη διάρκεια της χειρότερης μέχρι τώρα οικονομικής κρίσης στην ιστορίας του καπιταλιστικού συστήματος. Ακόμα περισσότερο -για να ξεφύγουν απ’ αυτή την κρίση και να τσακίσουν την εργατική τάξη οι μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις συμμάχησαν με ένα κίνημα που η ρατσιστική και ψευδοεπαναστατική του ιδεολογία το οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, ειδικά λόγω της αποτυχίας του να μετασχηματίσει τη γερμανική κοινωνία. Έτσι -όχι ευθέως, αλλά μ’ αυτόν τον ωστόσο σημαντικό τρόπο- ο καπιταλισμός εμπλέκονταν αιτιακά στη διαδικασία που οδήγησε στην εξόντωση των Εβραίων.

Μηχανισμοί και Δολοφονία

Αυτού του είδους η εξήγηση, εφόσον επικαλείται οικονομικές και πολιτικές δομές, κοινωνικές τάξεις, ιδεολογίες και μαζικά κινήματα, μπορεί να μην ικανοποιεί πολλούς απ’ αυτούς που προσπαθούν να βγάλουν νόημα από το Ολοκαύτωμα. Για να επιστρέψουμε στην αρχή αυτής της εργασίας, ο Νόρμαν Τζέρας διαμαρτύρεται για τη δομική εξήγηση της εξόντωσης των Εβραίων από τον Ερνέστ Μαντέλ ότι «φαίνεται πολύ ανεπαρκής σε σχέση με το ζήτημα που υποτίθεται ότι εξετάζει. Καμία απ’ αυτές τις αιτίες δε λογοδοτούν ευθέως στο σκοπό του αφανισμού ενός ολόκληρου λαού«. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι ο Μαντέλ θεωρεί «το Ολοκαύτωμα ως την απόλυτη έκφραση των καταστροφικών τάσεων που ενυπάρχουν στην αστική κοινωνία, τάσεων των οποίων οι ρίζες βρίσκονται βαθιά στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό». Σε αντιδιαστολή, η ερμηνεία που προσφέρω εδώ προσπαθεί να συμπληρώσει την ιδιαιτερότητα που απουσιάζει από τον απολογισμό του Μαντέλ ειδικά παρέχοντας αυτό που μου φαίνεται ότι είναι το ειδικό βάρος της δυναμικής του Εθνικοσοσιαλισμού ως μαζικού κινήματος.

Όμως αυτό ενδέχεται και πάλι να μην ικανοποιεί τον Τζέρας. Και μπορώ να σκεφτώ δυο λόγους γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Ο ένας είναι (όπως είναι πολύ πιθανό) ότι απλά δεν είναι μια πολύ καλή εξήγηση: αποτυγχάνει να συνυπολογίσει, ή να δώσει επαρκή έμφαση, σε σημαντικούς παράγοντες για την ορθή κατανόηση του Ολοκαυτώματος. Και ίσως αυτή η αποτυχία αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη μυωπία εγγενή στο Μαρξισμό ως κοινωνική θεωρία. Ίσως: είτε έτσι είτε αλλιώς πάντως αυτό θα αναδειχθεί από την κριτική συζήτηση που είναι εγγενές στοιχείο της ιστορικής έρευνας. Υπάρχει όμως κι ένας άλλος λόγος γιατί αυτή η εξήγηση που εκθέσαμε εδώ ενδέχεται να μην ικανοποιεί τον Τζέρας (ή και κανέναν άλλον μάλιστα). Κι αυτός είναι ότι καμία εξήγηση για την εξόντωση των Εβραίων δεν μπορεί να είναι πραγματικά ικανοποιητική, όχι γιατί είναι απαραίτητα λανθασμένη αλλά λόγω του μεγέθους του ιστορικού γεγονότος που επιχειρεί να εξηγήσει. Αυτή η εγγενής αναντιστοιχία μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος, είναι κατά πάσα πιθανότητα τουλάχιστον εν μέρει αυτό που ήθελε να πει η Χάνα Άρεντ όταν διατύπωνε την περίφημη θέση της για την «κοινοτοπία του κακού». Αυτό το κενό ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός του Ολοκαυτώματος και στις θεωρητικές μας απόπειρες κατανόησής του είναι ο λογικός πυρήνας της ιδέας, που εκφράστηκε από τον Έλι Βίζελ μεταξύ άλλων, ότι στέκεται πέρα απ’ την ιστορία και την κατανόηση.

Η σιωπή είναι σίγουρα μια αποδεκτή στάση απέναντι σ’ αυτό που συνέβη στο Άουσβιτς αλλά, όπως προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω, δεν είναι αρκετή. Απαιτείται θεωρητική γενίκευση, και όχι μόνο για να μπορέσουμε να συλλάβουμε το Ολοκαύτωμα με όλη του την ιδιαιτερότητα. Γιατί ο Μαντέλ δεν είναι απλά λάθος όταν επιδιώκει να τοποθετήσει την εξόντωση των Εβραίων μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης ιστορίας του καπιταλισμού ως οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, ακόμα κι αν αυτή η τοποθέτηση είναι ανεπαρκής. Ο Μάικ Ντέιβις έχει δείξει στο εκπληκτικό καινούριο βιβλίο του Όψιμα Βικτοριανά Ολοκαυτώματα πώς η βρετανική αυτοκρατορική πολιτική στην Ινδία που σχεδιάστηκε με βάση την ελαχιστοποίηση των κυβερνητικών δαπανών και την ενθάρρυνση της εργατικότητας των φτωχών συνέβαλε στη μετατροπή των μεγάλων ξηρασιών του 1876–9 και του 1896–1902 σε ανθρωπιστικές καταστροφές τρομακτικών διαστάσεων: ο συνολικός απολογισμός των νεκρών από το λιμό και τις ασθένειες στην Ινδία σ’ αυτές τις δύο ξηρασίες υπολογίζεται ότι ήταν από 12 έως 30 εκατομμύρια (πολλά ακόμα εκατομμύρια πέθαναν στην Κίνα κι αλλού).

Σαφώς όμως ο Λόρδος Λύττον και ο Λόρδος Κάρζον -Βρετανοί αντιβασιλείς της Ινδίας κατά τη διάρκεια των δύο ξηρασιών- και η Βρετανική κυβέρνηση που υπηρετούσαν δεν είναι το ίδιο με το Χίμλερ και το Χάιντριχ. Η εσκεμμένη πρόθεση εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων απουσιάζει στην περίπτωσή τους. Αλλά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτοί που ακολούθησαν πολιτικές που με τον τρόπο τους ήταν τόσο σκληρές και ιδεολογικές όσο των Ναζί, παρότι αντλούσαν την έμπνευσή τους από το Σμιθ, το Μάλθους και το Σπένσερ αντί γι’ αυτό το παράξενο χαρμάνι που επινόησε ο Χίτλερ, και που είχαν ως συνέπεια το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων που μπορούσε να αποφευχθεί ανήκουν σ’ ένα εντελώς διαφορετικό ηθικό σύμπαν από τους ρατσιστές γραφειοκράτες του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ; Σκεφτείτε, για παράδειγμα, αυτά τα λόγια του όλως αξιοσέβαστου φιλοσόφου της Οξφόρδης Χέιστινγκς Ράσταλ:

Θα αναφέρω τώρα μία περίπτωση στην οποία μάλλον κανείς δεν πρόκειται να διστάσει. Γίνεται αρκετά προφανές τη σήμερον ημέρα ότι κάθε βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών των ανώτερων φυλών της ανθρωπότητας προϋποθέτει τον αποκλεισμό του ανταγωνισμού με τις κατώτερες φυλές. Αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα, η Ευημερία των κατώτερων -ίσως τελικά και η ίδια η ύπαρξη- των αμέτρητων Κινέζων και νέγρων πρέπει να θυσιαστεί για να γίνει πιθανή μια ανώτερη ζωή για τον πολύ μικρότερο αριθμό των λευκών ανθρώπων.

Αυτές οι συγκρίσεις εισάγουν μια περαιτέρω επιπλοκή. Γιατί ο Ντέιβις υποστηρίζει ότι αυτές οι καταστροφές που καταγράφει δεν ήταν απλά μια δυσμενής αλληλεπίδραση των μετεωρολογικών συστημάτων και της αυτοκρατορικής πολιτικής και φιλελεύθερης ιδεολογίας, αλλά αντανακλούσαν και το μετασχηματισμό των ως τότε εύπορων περιοχών της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής σε «λιμοκτονούσες περιφέρειες μιας παγκόσμιας οικονομίας με κέντρο το Λονδίνο». Η υποταγή των μικροϊδιοκτητών αγροτών στους ρυθμούς μιας παγκόσμιας αγοράς πέρα από την κατανόηση και τον έλεγχό τους και τα χρέη των ηγετών τους στις Ευρωπαϊκές και Αμερικανικές τράπεζες αύξησαν την ευαλωτότητα ολόκληρων κοινωνιών στα ακραία κλιματικά γεγονότα. Εδώ το να πιάσουμε το νήμα των ευθυνών γίνεται κάτι ακόμα πιο περίπλοκο. Για μια ακόμη φορά, δεν υπάρχει η ξεκάθαρη βούληση εξόντωσης από τη μεριά των τραπεζιτών ή των χρηματιστών αλλά ακόμα κι έτσι οι αποφάσεις τους ενδέχεται να έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στα αποτελέσματα που ήταν καταστροφικά για ολόκληρες κοινότητες ανθρώπων που ζούσαν χιλιάδες μίλια μακριά.

Άρα πώς να κρίνουμε ηθικά τους παράγοντες που απολαμβάνουν προνομιακό ρόλο στους απρόσωπους οικονομικούς μηχανισμούς που έχουν ολέθριες συνέπειες για τους άλλους; Αυτό είναι, φυσικά, όχι απλά ένα ιστορικό ζήτημα. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η ιδεολογία του laissez faire (της «ελεύθερης αγοράς») που νομιμοποιούσε τη Βικτωριανή αδιαφορία για την Ινδική λιμοκτονία απολαμβάνει μια επανάκαμψη υπό τη μορφή της νεοφιλελεύθερης «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον» (Washington Consensus) που ρώτα διοικεί τα Δυτικά υπουργεία Οικονομικών και τους πολυμερείς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ και ο ΠΟΕ. Ο Κεν Λίβινγκστοουν προκάλεσε μεγάλη αγανάκτηση όταν, πέρσι στις δημοτικές εκλογές του Λονδίνου, είπε ότι ο καπιταλισμός σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους κάθε χρόνο απ’ ότι ο Χίτλερ. Αλλά, και μια πολύ πιο σοβαρή φυσιογνωμία, ο φιλελεύθερος σκεπτικιστής ιστορικός Πίτερ Νόβικ, έχει επισημάνει την «παράξενη ανωμαλία» ότι, στο μεσοδιάστημα των όλο και πιο περίτεχνων εκδηλώσεων Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος, 10 με 12 εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν «λόγω έλλειψης τροφής και στοιχειωδών υγειονομικών εγκαταστάσεων που θα μπορούσαν να τα κρατήσουν στη ζωή», μια αιτία που η εξάλειψή της δεν ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνατότητες.

Το νόημα αυτών των συγκρίσεων δεν είναι η σχετικοποίηση και η εξαφάνιση του Ολοκαυτώματος, ούτε η άρνηση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της εξόντωσης των Εβραίων. Άλλωστε το μεγαλύτερο κομμάτι κομμάτι αυτής της εργασίας στην εξέταση ακριβώς αυτής της ιδιαιτερότητας. Αυτό που θέλουν να πουν είναι ότι οι μαζικοί θάνατοι που προκαλούνται από κοινωνικά αίτια και που θα μπορούσαν να αποφευχθούν είναι ένα χρόνιο χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου. Το μίγμα των αιτιών αυτών των μαζικών θανάτων -οικονομικές δομές, γραφειοκρατική αναλγησία, εσκεμμένες πολιτικές, και αισθήματα τόσο διαφορετικά όσο το μίσος, η απληστία, ο φόβος, η αδιαφορία και η χαρά της διεστραμμένης απελευθέρωσης- ποικίλλει κατά περίπτωση. Αν το Ολοκαύτωμα αντιπροσωπεύει ένα άκρο -αυτό της εσκεμμένης, βιομηχανοποιημένης μαζικής δολοφονίας, η σύγχρονη παιδική θνησιμότητα αντιπροσωπεύει το άλλο -αυτό της απρόσωπης δομικής αιτιότητας. Όμως και τα δύο μπορούν να αποφευχθούν προέκυψαν στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού. Η μελέτη της εξόντωσης των Εβραίων είναι σημαντική. Χρειάζεται να θυμόμαστε τα θύματα και να παραμένουμε σε εγρήγορση ενάντια στα κινήματα που φιλοδοξούν να αναβιώσουν την αποκρουστική ιδεολογία του Εθνικοσοσιαλισμού. Αλλά η κατανόηση του Ολοκαυτώματος μπορεί επίσης να συμβάλει στην αποφυγή των μαζικών δολοφονιών που συμβαίνουν τώρα, και στο να πάψουμε να είμαστε απλοί θεατές.


Αυτό το κείμενο αποτέλεσε τη βάση της εναρκτήριας διάλεξής μου στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ στις 2 Μαρτίου 2001. Η ερμηνεία που προτείνει δόθηκε για πρώτη φορά σε μια ομιλία στο φεστιβάλ Μαρξισμός ’93 (που οργάνωσε το SWP του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1993).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ανατρέξτε στο Πρωτότυπο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: