Πανδημία: Ανορθολογικός καπιταλισμός ή επιστημονικός σοσιαλισμός;

Ο Γιώργος Ράγκος παρεμβαίνει στη μεγάλη συζήτηση που προκαλεί ο κορονοϊός

Το κυβερνητικό αφήγημα για την αντιμετώπιση της πανδημίας περιέχει το δίλημμα: «ή με τα μέτρα της κυβέρνησης που ακολουθούν τις οδηγίες της επιστήμης και τα έχει καταφέρει καλά ή με τους συνωμοσιολόγους, τους αρνητές της μάσκας και τους ψεκασμένους που αντιδρούν στην κυβέρνηση και στα μέτρα της». Είναι ένα φαιδρό και ψεύτικο δίλημμα. 

Για το πόσο καλά τα έχει πάει η κυβέρνηση Μητσοτάκη μιλάνε οι αριθμοί. Από τη δήθεν “ασφαλή χώρα” την περασμένη άνοιξη φτάσαμε στα συνεχόμενα ρεκόρ αύξησης ημερήσιων κρουσμάτων, θανάτων και διασωληνομένων ασθενών το φθινόπωρο. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι συνεχίζει και λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα, «ακολουθώντας τις οδηγίες της επιστήμης», αλλά η αποτελεσματικότητα των μέτρων εξαρτάται από την “ατομική ευθύνη” μας ως προς την τήρηση τους. Το ίδιο αφήγημα ακούμε από τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου. 

Οι κυβερνήσεις ακολουθούν τις οδηγίες της επιστήμης ή οι οδηγίες της επιστήμης ακολουθούν τις πολιτικές των κυβερνήσεων;

Πριν την εμφάνιση της πανδημίας Covid-19, όλες οι κυβερνήσεις και οι παγκόσμιοι οργανισμοί αγνόησαν τις έγκαιρες επιστημονικές προειδοποιήσεις ότι οι προηγούμενες πανδημίες εξαιτίας των κορονοϊών SARS-CoV-1 και MERS-CoV ήταν μέρος μιας επικίνδυνης τάσης για την εμφάνιση νέων και πιο θανατηφόρων κορονοϊών. Όπως το ίδιο αγνόησαν και τις επιστημονικές αναφορές, με την αρχική εμφάνιση του νέου ιού στην Κίνα, που προειδοποιούσαν για την υψηλή επικινδυνότητα του. 

Όταν εμφανίστηκε η επιδημία, οι κυβερνήσεις στη Δύση την αντιμετώπισαν ως «μία μορφή βαριάς γρίπης». Ο Τραμπ, αλλά και άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και στην ίδια την Ευρώπη, μίλαγε για «κατασκευασμένο ιό από τα κινέζικα εργαστήρια». Στην Ελλάδα, ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ, Αρκουμανέας, στις 31 Γενάρη, δηλαδή πάνω από 1 μήνα από την εμφάνιση του ιού, δήλωνε «ενημερωμένος, προετοιμασμένος και αισιόδοξος»: «Συλλέγουμε και αναλύουμε όλα τα δεδομένα που έχουμε από όλο τον κόσμο και είναι δεδομένο ότι είμαστε σε απόλυτη ετοιμότητα… Είναι μια λοίμωξη με χαμηλή μεταδοτικότητα και μέτρια θνητότητα, σαν μια βαριά γρίπη. Άρα και να έρθει κάποια στιγμή στη χώρα μας, δε χρειάζεται να υπάρχει πανικός. Είμαστε έτοιμοι».

Όταν άρχισε να αποδεικνύεται ότι η νέα πανδημία δεν ήταν μία «γρίπη», οι κυβερνήσεις επιστράτευσαν τους «ειδικούς επιστήμονες». 

Στην αρχή της πανδημίας δεν υπήρχαν σαφείς επιστημονικές απαντήσεις για όλα τα ζητήματα σε σχέση με το νέο κορονοϊό. Ούτε και ακόμα υπάρχουν. Οι επιστήμονες ακόμα μαθαίνουν για το πως συμπεριφέρεται αυτός ο ιός. Όμως, η, θεμιτή, «επιστημονική ασάφεια» ή/και η «επιστημονική διχογνωμία» χρησιμοποιήθηκε απροκάλυπτα από τις κυβερνήσεις, με τη βοήθεια «ειδικών επιστημόνων» σε διάφορες κυβερνητικές «επιστημονικές επιτροπές», ώστε να υιοθετήσουν τέτοιες «επιστημονικές οδηγίες» που να προσαρμόζουν τις κυβερνητικές οδηγίες προς το πληθυσμό με τις πετσοκομμένες δυνατότητες σε υγειονομικό εξοπλισμό, υποδομές, προσωπικό και μέσα ατομικής προστασίας (όπως π.χ., μάσκες) και όχι με τις ανάγκες της δημόσιας υγείας. Η «επιστημονική» διαχείριση της πανδημίας από τις κυβερνήσεις εξελισσόταν και διαμορφώνονταν από τις οικονομικές και τεχνικές δυνατότητες με τις «επιστημονικές επιτροπές» να υπακούουν σε αυτές τις δυνατότητες πολλές φορές και «με το αζημίωτο».

Η φράση «ακολουθώντας τις οδηγίες της επιστήμης» είναι μία πρόσοψη για να κρύψουν οι κυβερνήσεις τη γύμνια τους και τις ταξικές επιλογές για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Η αριστερά, και ιδιαίτερα η επαναστατική αριστερά, έχει καθήκον να εξηγήσει για την πραγματική υλική βάση της πανδημίας, για τις ευθύνες των κυβερνήσεων, για το ρόλο της επιστήμης, για το πως μπορούμε να δώσουμε μία ταξική απάντηση στην υγειονομική και στην οικονομική κρίση του καπιταλισμού. Για να μπορέσουμε να στρέψουμε την πραγματική οργή του κόσμου προς τις κυβερνήσεις και το ίδιο το σύστημα.

Η περίπτωση της χρήσης μάσκας

Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό, ας σταθούμε στην εξέλιξη των (ελληνικών και διεθνών) κυβερνητικών μέτρων που αφορούν τη χρήση της μάσκας. Αναμφίβολα, η χρήση (κατάλληλης και όχι οποιασδήποτε) μάσκας είναι ένα από τα βασικά μέτρα προστασίας ενάντια στην διάδοση του ιού. Ήδη από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του ιού αρκετοί επιστήμονες, κυρίως από τις χώρες της Άπω Ανατολής, ακόμα και όταν δεν ήταν γνωστός ο ακριβής τρόπος μετάδοσης του ιού (είτε από αερομεταφερόμενα σταγονίδια είτε από μολυσμένες επιφάνειες), προειδοποιούσαν τις κυβερνήσεις για την ανάγκη γενικευμένης χρήσης κατάλληλων μασκών στον γενικό πληθυσμό.

Όμως, η αρχική αντιμετώπιση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με τις οδηγίες των «ειδικών επιστημόνων» και του ΕΟΔΥ, ήταν ότι «η μάσκα δεν προστατεύει τον γενικό πληθυσμό και άρα δεν συστήνεται η χρήση τους γιατί μπορεί να δώσει και ένα απατηλό αίσθημα ασφάλειας» στη συνέχεια άλλαξε σε: «η χρήση της μάσκας είναι μεν, από επιστημονικής άποψης, σωστή αλλά δεν προτείνεται στον γενικό πληθυσμό γιατί δεν ξέρει πώς να τη χρησιμοποιήσει και άρα μπορεί να μολυνθεί». Η ίδια αντιμετώπιση υπήρχε και έξω από την Ελλάδα. Μέχρι και τον Απρίλιο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, το Αμερικανικό Κέντρο Πρόληψης Νοσημάτων και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης Νοσημάτων αποθάρρυναν τη γενικευμένη χρήση μάσκας και τη συνιστούσαν μόνο σε όσους ασθενούσαν και στο υγειονομικό προσωπικό. Γιατί υπήρχε αυτή η, αντίθετη σε σχέση με σήμερα, αντιμετώπιση στη χρήση μάσκας; 

Επειδή μέχρι και τον Απρίλιο δεν υπήρχαν διαθέσιμες μάσκες όχι μόνο για τον γενικό πληθυσμό αλλά ούτε και για το ίδιο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό στα νοσοκομεία. Χαρακτηριστική είναι η τότε ανακοίνωση της ΠΟΕΔΗΝ: «Τα Νοσοκομεία αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα με το υγειονομικό υλικό. Υπάρχουν μεγάλες ελλείψεις σε μάσκες, γάντια, προστατευτικές στολές. Συχνά οι νοσηλευτές και οι γιατροί είναι αναγκασμένοι να προσφέρουν νοσηλευτική και ιατρική φροντίδα στους ασθενείς με κορoνοϊό χωρίς μάσκες υψηλής προστασίας. Αναγκάζεται το προσωπικό να μπαίνει σε θαλάμους περιστατικών με τον ιό με απλές μάσκες που και αυτές είναι πια είδος πολυτελείας». Από την «Καθημερινή» μέχρι την «Εργατική Αλληλεγγύη» διαβάζαμε: «Μάλιστα, χθες, δύο γιατροί του νοσοκομείου «Σωτηρία» που εργάζονται σε πτέρυγα στην οποία νοσηλεύονται ασθενείς με COVID-19, –μεταξύ των οποίων και τέσσερις γιατροί–, προχώρησαν σε επίσημη καταγγελία σχετικά με ακατάλληλες μάσκες που έχουν λάβει και οι οποίες πλασάρονται ως κατάλληλες για ατμοσφαιρική ρύπανση και δεν είναι πιστοποιημένες για ιατρική χρήση»…«Χρεωθήκαμε ονομαστικά δύο μάσκες ενόψει εφημερίας, την ώρα που πρέπει να τις αλλάζουμε κάθε τρεις ώρες» κατήγγειλε η γιατρός του Γεννηματάς, Αργυρή Ερωτοκρίτου, «Ζητήσαμε μάσκες και η απάντηση ήταν, ‘γιατί μέχρι τώρα μάσκα φορούσες’;» κατήγγειλε στη συνέλευση του Συντονιστικού Νοσοκομείων, καθαρίστρια από τον Αγ. Σάββα. Δύσκολα θα βρεις νοσοκομείο, απ’ όπου δεν θα ακουστεί η αγανάκτηση των εργαζόμενων για την έλλειψη σε βασικά είδη υγιεινής, μάσκες, στολές, γάντια κλπ.

Μπορεί η κυβερνητική προπαγάνδα να μίλαγε για «θωρακισμένη χώρα απέναντι στην απειλή της επιδημικής κρίσης» αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι δεν υπήρχε καμία έγκαιρη προετοιμασία για την προμήθεια κατάλληλων, σε ποιότητα και ποσότητα, μασκών. Αυτή η έλλειψη καθόρισε και τις αρχικές οδηγίες της επιστημονικής επιτροπής και τα μέτρα της κυβέρνησης ως προς τη χρήση της μάσκας. Ο (αργοπορημένος) εφοδιασμός με μάσκες, συνοδευόμενος με κάθε λογής σκάνδαλα10 και γελοιότητες, όπως τις μάσκες-αερόστατα που έστειλε η κυβέρνηση στα σχολεία, σε συνδυασμό με την αργοπορία της έλευσης του εμβολίου οδήγησε στη «γενικευμένη χρήση μάσκας παντού» και τη μάσκα να «αντικαθιστά» το εμβόλιο μέχρι αυτό να βγει στην αγορά. 

Ίδιες εξελισσόμενες «επιστημονικές οδηγίες» και παλινωδίες είχαμε και με τη σύσταση νοσηλείας, τα διαγνωστικά τεστ, τα πρωτόκολλα προστασίας, την διάρκεια της καραντίνας του εκτεθειμένου προσωπικού κ.ο.κ. 

Από που προέρχεται ο ανορθολογισμός;

Οι πολλαπλές συνέπειες της πανδημίας και οι παλινωδίες των κυβερνήσεων ως προς την αντιμετώπισή της συνοδεύτηκαν με την εμφάνιση, στην «πολιτισμένη και αναπτυγμένη Δύση», μίας σειρά αντιεπιστημονικών, ανορθολογικών και συνωμοσιολογικών απόψεων που είτε αμφισβητούν την ίδια την υπάρξη είτε υποτιμούν την επικινδυνότητα της πανδημίας. Αυτού του είδους «άρνησης της επιστήμης» δεν είναι καινούρια. Έχουμε ήδη τους «αρνητές της κλιματικής αλλαγής», «της δαρβινικής εξέλιξης», του «εμβολιασμού». 

Πρόκειται για λαθεμένες και επικίνδυνες απόψεις που η Αριστερά θα πρέπει να συγκρουστεί και με αυτές και με τους φορείς τους. Είναι απόψεις που αποτελούν «βολικό αντίπαλο» της κυβέρνησης και των επιλογών της που από τη μία θυσιάζει τη δημόσια υγεία για τα κέρδη των καπιταλιστών και προσπαθεί να αξιοποιήσει την πανδημία για επιθέσεις στην εργατική τάξη και τη νεολαία και από την άλλη επιδιώκει να κατατάξει τον κόσμο και την Αριστερά που παλεύει ενάντια σε αυτές τις επιλογές σε «ανορθολογιστές» και «αρνητές μάσκας». Είναι απόψεις τις οποίες η ακροδεξιά προσπαθεί να τις «συγκροτήσει» για να «σηκώσει κεφάλι» και στην Ελλάδα και διεθνώς. 

Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να ξεγράφει και να κατατάξει, απαξιωτικά, τα κομμάτια της κοινωνίας (στην συντρηπτική πλειοψηφία είναι κόσμος της τάξης μας) που υιοθετούν ή επηρεάζονται από τέτοιες απόψεις σε «ψεκασμένους» ή, ακόμα χειρότερα, σε «ακροδεξιό ριζοσπαστισμό» ή να ταυτίζει, όπως κάνει ο «Ριζοσπάστης», τους «αρνητές μάσκας» με το «κίνημα των πλατειών και των αγανακτισμένων».

Πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί σε μια φαινομενικά ορθολογική κοινωνία που βασίζεται στην επιστήμη και την τεχνολογία του 21ου αιώνα υπάρχει χώρος και ακροατήριο για τέτοιες «αντιεπιστημονικές» απόψεις. 

Για να απαντήσουμε σε αυτό πρέπει να προσδιορίσουμε ποιος είναι ο λεγόμενος «επιστημονικός τρόπος σκέψης». Χρειάζεται να γυρίσουμε στην τοποθέτηση του Μαρξ ότι «κάθε επιστήμη θα ήταν περιττή, αν η μορφή εμφάνισης και η ουσία των πραγμάτων συμπίπτανε άμεσα». Δηλαδή, η επιστήμη μπορεί να μας βοηθήσει, να μας δώσει τα κατάλληλα εργαλεία, να κατανοήσουμε τον κόσμο όπως είναι πραγματικά και όχι όπως επιφανειακά εμφανίζεται. Επιπλέον, ο «επιστημονικός τρόπος σκέψης» πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε υλιστικές και όχι σε υπερφυσικές εξηγήσεις. Σ’ αυτό θα γυρίσουμε και παρακάτω. 

Η ύπαρξη του ανορθολογισμού στην κοινωνία είναι το διπλό αποτέλεσμα της κρίσης της κυρίαρχης ιδεολογίας που, σε μία εποχή κρίσης του ίδιου του συστήματος, αναπαράγει ανορθολογικές απόψεις και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει και την επίδραση της αλλοτρίωσης της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό. 

Η μαρξιστική ανάλυση για την αλλοτρίωση είναι κάτι περισσότερο από τη γενική αίσθηση της αποξένωσης από τους άλλους. Είναι οι αντιφάσεις που απορρέουν από την ανάγκη των εργατών να πουλήσουν την εργασία τους με αντάλλαγμα ένα μισθό για να μπορέσουν να ζήσουν. Ο εργαζόμενος δημιουργεί ένα υλικό ή πνευματικό προϊόν και ως ανταμοιβή λαμβάνει ένα μισθό από τον εργοδότη του. Αυτό το προϊόν πωλείται στην αγορά, από τον εργοδότη, σε τιμή μεγαλύτερη από το κόστος παραγωγής του και αυτή η διαφορά είναι η πηγή του κέρδους του εργοδότη. Στο τέλος όλης αυτής της διαδικασίας, το προϊόν εμφανίζεται στον εργαζόμενο ως ένα ξένο αντικείμενο και όχι ως ένα προϊόν της δικής του εργασίας. Αλλά, δεν είναι μόνο τα προϊόντα που του φαίνονται ξένα. Οι άνθρωποι στον καπιταλισμό τείνουν να βλέπουν την ίδια την κοινωνία ως ξένη προς αυτούς και κατά συνέπεια και την ίδια την επιστήμη, που είναι προϊόν αυτής της κοινωνίας, με καχυποψία και ανησυχία ως κάτι ξένο προς αυτούς.

Αντί να χλευάζουμε αυτούς που είναι ευάλωτοι στο να πιστεύουν ανορθολογικές απόψεις, είναι σημαντικό να δείξουμε τους φορείς αυτών των απόψεων και κυρίως τον Τραμπ, ο οποίος είναι, φαινομενικά, ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο. 

Ο Τραμπ στις ΗΠΑ αλλά και ο Τζόνσον στη Βρετανία, ο Μπολσονάρο στη Βραζιλία και διάφοροι άλλοι δεξιοί ηγέτες είναι οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις που ξεκίνησαν τη δημαγωγία και έδωσαν περιθώρια στην ακροδεξιά να προσπαθεί να καπηλευτεί τις αδυναμίες από κομμάτια της κοινωνίας που θεωρούν ότι οι απόψεις και οι ανησυχίες τους δεν λαμβάνονται υπόψη από το κατεστημένο που κυριαρχεί στην πολιτική. Και επειδή αυτό το κατεστημένο έχει την τάση να κρύβεται πίσω από το μανδύα του «επιστημονικού ορθολογισμού» η πολιτική αντίδραση εναντίον του μπορεί να λάβει και «αντιεπιστημονική» μορφή. Αυτό έχει επηρεάσει και την αντίδραση τους απέναντι στην πανδημία. 

Δεν πρέπει να υποτιμάμε τη δυνατότητα τέτοιων πολιτικών, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για την πανδημία και τις συνέπειες της, να κατευθύνουν τη δυσαρέσκεια του κόσμου από αυτές τις συνέπειες προς αντιεπιστημονικές απόψεις και «φανταστικούς εχθρούς» ακόμα και έναντια σε μέτρα δημόσιας υγείας επειδή, π.χ., το λοκνταουν έχει αρνητικές επιπτώσεις και σε εκείνους που βρίσκονται στο κάτω μέρος της κοινωνίας. 

Πολύ δε περισσότερο όταν «έγκριτοι» επιστήμονες είτε αναπαράγουν ανοικτά ανορθολογικές απόψεις (π.χ. η καθηγήτρια και λοιμωξιολόγος Γιαμαρέλλου που δήλωνε ότι: «Όποιος κοινωνήσει δεν θα κολλήσει κορoνοϊό. Είναι Μυστήριο, δεν ισχύει η έννοια της επιστήμης») είτε διαστρεβλώνουν την κοινή λογική για να δικαιολογήσουν κυβερνητικά μέτρα (π.χ. ο καθηγητής Μαγιορκίνης και τα περίφημα διαγράμματα για να δικαιολογήσει τους 25 μαθητές ανά τάξη) είτε υποστηρίζουν τα κυβερνητικά μέτρα ανάλογα με τις επιδιώξεις της κυβέρνησης (π.χ. έγκριση της αύξησης πληρότητας στα πλοία την τουριστική περίοδο από την «επιστημονική επιτροπή» του Υπουργείου Υγείας). 

Μαρξισμός και επιστήμη

Η συζήτηση περί ανορθολογισμού ανοίγει και τη συζήτηση για τη σχέση που πρέπει να έχει η Αριστερά με την επιστήμη. Χρειάζεται να δούμε αυτή τη σχέση από την πλευρά του μαρξισμού.

Υπάρχει μια πλούσια παράδοση της μαρξιστικής σκέψης για την επιστήμη. Από τα πρώτα γραπτά των Μαρξ και Ένγκελς, μέχρι τις συμβολές των Λένιν, Τρότσκι, Μπουχάριν και Χέσσεν, έως το έργο σύγχρονων μαρξιστών συγγραφέων και επιστημόνων όπως ο Richard Lewontin και ο Steven Rose, ο μαρξισμός μας βοηθά να καταλάβουμε τη φύση της σύγχρονης επιστήμης και ταυτόχρονα παρέχει τη βάση τόσο για το θαυμασμό των επιτυχιών της όσο και για την κριτική ανάλυση των αδυναμιών της. Στηριζόμενοι σ’ αυτή την παράδοση, οι μαρξιστές πρέπει να είναι ταυτόχρονα και υπερασπιστές της επιστήμης και κριτικοί απέναντι της.

Ένα σημείο εκκίνησης είναι η αναγνώριση ότι η επιστήμη είναι πάνω από όλα μια αναζήτηση για την πραγματική, αντικειμενική κατάσταση του κόσμου. Οι ανακαλύψεις σε τομείς τόσο διαφορετικούς, από τη γενετική έως τη κβαντική φυσική, είναι σημαντικές γιατί είτε διευρύνουν την κατανόηση μας για την πραγματικότητα είτε οδηγούν σε σημαντικά πρακτικά οφέλη από τεχνολογικά προϊόντα έως νέες μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας ασθενειών. Μια βασική θέση της μαρξιστικής θεωρίας είναι ότι οι άνθρωποι έχουνε την ικανότητα να διευρύνουν την κατανόηση τους και να ελέγχουν τον κόσμο στον οποίο ζούνε. Η ανάπτυξη της επιστήμης και η χρησιμοποίηση της, αντιπροσωπεύει την απόδειξη αυτής της ικανότητας. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς περιγράφουν τη δική τους υλιστική αντίληψη της ιστορίας ως μια «επιστημονική κατανόηση του κοινωνικού κόσμου» και όχι απλώς ως μία άποψη από τη σκοπιά μιας κοινωνικής τάξης ή μιας ιστορικής περιόδου. 

Αλλά, σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία που θεωρεί ότι η επιστήμη μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως ένα αυτόνομο σώμα ιδεών και με μια σταθερή μέθοδο που εγγυάται τον ορθολογισμό, την ουδετερότητα και την αντικειμενικότητά της, οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι η επιστήμη είναι κοινωνικά ενσωματωμένη και οι βασικές της έννοιες και μέθοδοι έχουν αλλάξει και συνεχίζουν να αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Χρειάζεται να θυμηθούμε τον Λένιν όταν έγραφε ότι «η ανθρώπινη γνώση δεν είναι (ή δεν ακολουθεί) μια ευθεία γραμμή, αλλά μια καμπύλη, που προσεγγίζει ατέλειωτα μια σειρά κύκλων, μια σπείρα».

Ως δημιούργημα του κοινωνικού συστήματος, η επιστήμη παραμορφώνεται από τους υλικούς και ιδεολογικούς περιορισμούς μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που βασίζεται στο κέρδος και αυτή η παραμόρφωση μπορεί να την επηρεάσει με πολλούς τρόπους. 

Έτσι, στον καπιταλισμό, ορισμένοι τομείς έρευνας έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων σε ό, τι αφορά, π.χ., τη χρηματοδότηση τους. Το βιώνουμε σήμερα ως αποτέλεσμα της έλλειψης κατάλληλων φαρμάκων ή ενός εμβολίου απέναντι στην πανδημία εξαιτίας των προτεραιοτήτων της φαρμακοβιομηχανίας και της διακοπής χρηματοδότησης των ερευνών για αντίστοιχα εμβόλια από προηγούμενες πανδημίες κορονοϊών. Πάνω από το μισό του παγκόσμιου συνόλου των ερευνητικών δαπανών πηγαίνει στην πολεμική βιομηχανία για να βρει νέες και πιο αποτελεσματικές μεθόδους για τη σφαγή πληθυσμών στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Παλεύουμε ώστε αυτά τα κονδύλια να φύγουν από την πολεμική βιομηχανία και να πάνε στην έρευνα που θα βελτιώσει τη ζωή των απλών ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη. Να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση, π.χ., της ιατρικής έρευνας και τη μαζική εφαρμογή τέτοιων ερευνών στη διάγνωση και τη θεραπεία ασθενειών στα νοσοκομεία μας. 

Δεν είναι, όμως, μόνο οι χρηματοδοτικές προτεραιότητες που στρεβλώνουν την επιστήμη. Επιστημονικές απόψεις, όπως, π.χ., σχετικά με το ρόλο των γονιδίων στον προσδιορισμό της ανθρώπινης κατάστασης, έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσουν αντικοινωνικές, ρατσιστικές, σεξιστικές και ομοφοβικές απόψεις. Οι ψευτοεπιστημονικές θεωρίες του «γενετικού ντετερμινισμού» (η συμπεριφορά μας καθορίζεται από τα γονίδια μας) και του «γενετικού αναγωγισμού» (όλες οι εξηγήσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά μπορούν τελικά να αντικατασταθούν από εξηγήσεις στο επίπεδο του γονιδίου) είναι μόνο δύο παραδείγματα για το πώς η βιολογία έχει επιστρατευτεί για να υποστηρίξει την ιδεολογία της άρχουσας τάξης. Το ίδιο και οι ιδέες του Δαρβίνου που ενώ αρχικά θεωρήθηκαν, και σωστά, ως απειλή για την κυρίαρχη ιδεολογία τώρα χρησιμοποιούνται από τους δήθεν «κοινωνικούς Δαρβινιστές» ως βάση για «επιχειρήματα» που υποστηρίζουν τον καπιταλισμό και την κοινωνική ιεραρχία. Παρόμοια επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα από το κίνημα της «ευγονικής» και έδωσαν «επιστημονικό» άλλοθι στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και στο Ολοκαύτωμα. Η αριστερά πρέπει συνεχώς να συγκρούεται με τέτοιες στρεβλώσεις των επιστημονικών ευρημάτων που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την κυρίαρχη ιδεολογία. 

Όμως, η κριτική στη «στρέβλωση της επιστήμης στον καπιταλισμό» δεν πρέπει να φτάνει να συμφωνεί με απόψεις που υποστηρίζουν ότι «η σύγχρονη επιστήμη διαστρεβλώνεται τόσο πολύ από τις αξίες του καπιταλισμού που παύει να παρουσιάζει μια αληθινή εικόνα του κόσμου και απλά αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία». Η επιστήμη, παρά τις στρεβλώσεις, εξακολουθεί να είναι ο τρόπος για να κατανοήσουμε τον κόσμο όπως είναι πραγματικά και όχι όπως επιφανειακά εμφανίζεται. Επιπλέον, η επιστήμη δεν εξελίσσεται μόνο ως το αποτέλεσμα της επίδρασης εξωτερικών κοινωνικών δυνάμεων προς αυτή αλλά έχει και τη δικιά της «εσωτερική λογική» που μπορεί ακόμη και να υπονομεύσει θεωρίες που αντικατοπτρίζουν την κυρίαρχη ιδεολογία.

Δεν είναι μόνο λαθεμένη η άποψη της «απόρριψη της σύγχρονης επιστήμης» αλλά υπάρχουν και πρακτικές συνέπειες από αυτή την «απόρριψη». 

Εάν η σύγχρονη επιστήμη απλά αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία τότε δεν έχει νόημα να παλεύουμε για ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά της εργατικής τάξης ή αν οι πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις στη βιοϊατρική είναι εγγενώς προβληματικές ή αντιδραστικές, τότε δεν έχει νόημα να καταπολεμήσουμε τις περικοπές στη χρηματοδότηση της ιατρικής έρευνας και την εισαγωγή στα νοσοκομεία νέων διαγνωστικών μεθόδων και θεραπειών. Μια άλλη συνέπεια είναι ότι και οι ίδιοι οι επιστήμονες θεωρούνται ως μέρος του προβλήματος, ως άτομα, δηλαδή, που πληρώνονται για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ιδεολογίας. Αυτό όχι μόνο αγνοεί την πραγματικότητα της ζωής των επιστημόνων (μισθωτοί που βιώνουν την πτώση του βιοτικού επιπέδου τους και την ανασφάλεια στην εργασία) αλλά παραβλέπει την εμφάνιση μίας νέας μαζικής αριστερής ριζοσπαστικοποίησης στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα που έχει συμβάλει στις μάχες που έχουν ανοίξει, μέσα και έξω από την επιστημονική κοινότητα, υπερασπίζοντας τη διαλεκτική προσέγγιση της επιστήμης και κατά προέκταση τα ριζοσπαστικά κινήματα ενάντια είτε στην ομοφοβία είτε στην κλιματική αλλαγή.

Να απελευθερώσουμε την επιστήμη από τους υλικούς και ιδεολογικούς περιορισμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας

Η μαρξιστική κριτική της επιστήμης είναι ταυτόχρονα και μια μάχη για τον μετασχηματισμό της. Η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης που έδειξε, έστω και για μια σύντομη περίοδο, τη δύναμη των απλών ανθρώπων να μεταμορφώσουν την κοινωνία και την επιστήμη, παραμένει ένα ισχυρό παράδειγμα.

Μόνο σε μια τέτοια κοινωνία θα απελευθερώσουμε την επιστήμη από τους υλικούς και ιδεολογικούς περιορισμούς μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και μόνο σε μια τέτοια κοινωνία θα είναι δυνατόν να διασφαλιστεί ότι η επιστήμη θα αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο και θα χρησιμοποιείται για τη βελτίωση της ζωής όλων των ανθρώπων, και όχι μόνο των λίγων προνομιούχων, σε απόλυτη αρμονία με το φυσικό περιβάλλον.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: